Ο Παναθηναϊκός, τα Γενικά Επιτελεία… και η αμυντική μας βιομηχανία

Το δράμα των εκατομμυρίων φίλων της ομάδας του Παναθηναϊκού είναι γνωστό. Η ομάδα επί της ουσίας χρεοκόπησε και παρότι οι τελευταίες εξελίξεις δείχνουν ότι μάλλον θα εξέλθει της στενωπού, οι επιπτώσεις θα συνεχίσουν να τον ταλαιπωρούν για ένα διάστημα.

Ειδικά η απαγόρευση μεταγραφών ποδοσφαιριστών από το εξωτερικό, πλην μιας, με αποτέλεσμα την υποχρέωση περιορισμού σε Έλληνες ποδοσφαιριστές ηλικίας μικρότερης των 23 ετών θα αποτελέσει το περιοριστικό πλαίσιο λειτουργίας της ομάδας για την επόμενη χρονιά.

Ωστόσο, η οικονομική δυσπραγία, γενικότερα, υποχρεώνει την ομάδα να «κυνηγάει» ταλέντα τα οποία συνιστούν ένα ρίσκο μεγαλύτερο, αφού μπορεί να σου βγουν, μπορεί και όχι. Σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί «να ψωνίσει από το πάνω ράφι»! Πάνε οι παλιές εποχές που γινόντουσαν οι αποκαλούμενες «μεταγραφές αεροδρομίου», οι φίλαθλοι ενθουσιάζονταν… και η ζωή των φιλάθλων συνεχιζόταν ομαλά.

Τι σχέση μπορεί να έχουν όμως όλα αυτά με την εθνική άμυνα και την αμυντική βιομηχανία θα αναρωτηθεί δικαίως κάποιος. Έχουν αγαπητοί. Όπως ο πάλαι ποτέ κραταιός Παναθηναϊκός υποχρεώθηκε λόγω των συνθηκών να λειτουργήσει εξ ανάγκης με τρόπο που δεν συνάδει με την Ιστορία και το όνομά του και οι Ένοπλες Δυνάμεις παρουσιάζουν παρόμοιο «περιοριστικό πλαίσιο».

Θα μπορούσε, καταρχήν, κάποιος να αντιτείνει, ότι η επένδυση στις ακαδημίες του Παναθηναϊκού τις καλές εποχές και το να δίνεις ευκαιρίες σε νέους ποδοσφαιριστές που δημιουργούν προστιθέμενη αξία και ανοίγουν την προοπτική κέρδους με την πώλησή τους στο εξωτερικό, ένα κέρδος το οποίο θα μπορούσε να επενδυθεί εκ νέου στην ομάδα με ευεργετικές επιπτώσεις, θα έπρεπε να είναι αποτελεί προτεραιότητα και τις «καλές μέρες».

Εδώ φθάνουμε αγαπητοί στην ουσία του επιχειρήματος για τις Ένοπλες Δυνάμεις και την αμυντική βιομηχανία. Ας τα πιάσουμε όμως πιο οργανωμένα. Όποιος θέλει μπορεί να μας διαψεύσει.

Όμως αυτό που εμείς γνωρίζουμε, είναι ότι όποτε και να πήγαινε μια καλή ιδέα μιας μικρής, μεσαίας ή μεγαλύτερης ελληνικής εταιρίας που δραστηριοποιείται στον τομέα της αμυντικής βιομηχανίας, κάπου σκάλωνε. Συνήθως στα Γενικά Επιτελεία…

Ο βασικός – διότι υπάρχουν πολλοί – λόγος είναι μάλλον απλός. Αρνούνταν να διαθέσουν κονδύλια σε κάποιο πρόγραμμα που θα μπορούσε θεωρητικά και να μην καταλήξει κάπου (αυτό είναι συνάρτηση και του βαθμού προσπάθειας και επιτήρησης…), με αποτέλεσμα αυτά τα χρήματα να λείψουν από αλλού, από ανάγκες των σχηματισμών ή από άλλες προτεραιότητες.

Την ίδια στιγμή βέβαια -ιδίως στις χερσαίες δυνάμεις του τόπου- τα μυαλά δεν ξεκολλούσαν και η χώρα διατηρούσε μια πολυδάπανη Δομή Δυνάμεων, άχρηστη εν πολλοίς και όπως αποδείχθηκε μη συντηρήσιμη σε βάθος χρόνου. Ποιος είχε την αρετή να διαβλέψει το που θα καταλήγαμε ώστε να λαμβάνονταν μέτρα εγκαίρως;

Δεν είναι αντικείμενο του παρόντος κειμένου να αναφερθεί κανείς στις ομαδούλες και τα παρεάκια στα Επιτελεία που συγκρούονταν μεταξύ τους (συμβαίνουν άραγε ακόμα τέτοια φαινόμενα;) για τη διατήρηση των «κεκτημένων», καθώς και οι αξιωματικοί μέρος της κοινωνίας μας είναι, άρα δικαιολογούνται – εν μέρει – να μην αντιλαμβάνονται την άμεση σχέση ανάμεσα σε… κεκτημένα και τις οικονομικές δυνατότητες.

«Τη φάγαμε» άπαντες, το πόσοι μάθαμε, πάλι δεν μπορούμε με ασφάλεια να απαντήσουμε. Η ζωή πάντως μας απέδειξε ότι αυτό μπορεί να συμβεί, μπορεί και να μη συμβεί. Οπότε, στο τέλος της ημέρας καταλήγεις να μην έχεις ούτε την κάλυψη ενός ποσοστού της απαίτησης που θα είχες επιτύχει εάν είχαν γίνει άλλες επιλογές. Πόσο ρίσκο πήραμε, το οποίο στην περίπτωσή μας, λόγω Τουρκίας, είναι ιδιαίτερα αυξημένο εξ ορισμού;

Τα Γενικά Επιτελεία όμως φαίνεται πως είχαν παγίως τη λογική, «καλύτερα να περιμένουμε και όταν έχουμε χρήματα να προμηθευτούμε την καλύτερη επιλογή για την κάλυψη κάποιας επιχειρησιακής απαίτησης». Ξενομανία; Ενδεχομένως. Όχι μόνο όμως… αν και συχνά μας έδιναν την εντύπωση της λογικής «Λαλάκης ο εισαγόμενος», για τους παλιότερους και ενεργούς στον χαβαλέ της δεκαετίας του 1980.

Οι σημερινές εξαιρετικά περιοριστικές συνθήκες έχουν προκαλέσει μεγάλα προβλήματα στις Ένοπλες Δυνάμεις. Όπως στην περίπτωση του Παναθηναϊκού που αναγκάζεται να στηριχτεί σε νέους από την εσωτερική αγορά, έτσι και τα Επιτελεία οφείλουν να αλλάξουν μυαλά και να δουν σοβαρότερα την υπόθεση της επένδυσης στην ελληνική αμυντική βιομηχανία.

Πρώτη δουλειά που θα έπρεπε να κάνουν είναι είτε απευθείας είτε μέσω της ΓΔΑΕΕ να κληθούν άπαντες να καταθέσουν ιδέες για ελληνικά αμυντικά προϊόντα, από μια απλή συσκευή ηλεκτρονικών, έναν αισθητήρα που μπορεί να προσφέρει συγκεκριμένη αναβάθμιση επιχειρησιακών δυνατοτήτων ενός υφισταμένου οπλικού συστήματος έως κάτι εντελώς καινούργιο προσαρμοσμένο στις ειδικές συνθήκες που αντιμετωπίζει η χώρα.

Ξέρουμε ότι τα νησιά του Αιγαίου θα πρέπει να γίνουν παγίδες θανάτου για τα πλοία του τουρκικού Ναυτικού. Σπουδαίο το σύστημα επάκτιας άμυνας της νορβηγικής Kongsberg και μακάρι να μπορούσαμε να προχωρήσουμε άμεσα δεδομένου του επιπέδου απειλής. Μπορούμε; ΟΧΙ.

Ασχολήθηκε κανείς να ζητήσει οικονομικές και τεχνολογικά εφικτές ελληνικές λύσεις με τις οποίες θα γέμιζαν τα νησιά και αν μη τι άλλο το κάθε τουρκικό καράβι θα ανησυχούσε ακόμα και για το πιο απλό, να δεχθεί ένα πλήγμα που δεν θα το βυθίσει, αλλά θα του προκαλέσει τέτοια ζημιά που θα θέσει σε κίνδυνο τη συνέχιση της αποστολής.

Και μόνο να ανακοίνωνε κανείς ότι επετεύχθη κάτι τέτοιο, μπορούμε να υπολογίσουμε – με μη οικονομικούς όρους, παρότι θα έχει οικονομικό αποτέλεσμα – την αποτρεπτική προστιθέμενη αξία που θα πρόσδιδε τέτοια προσθήκη στην άμυνα των νήσων και τη συνεισφορά τους ως βάσεις εξουδετέρωσης της τουρκικής ναυτικής απειλής;

Ποτέ δεν ξέρουμε με βεβαιότητα εάν η αποτροπή (deterrence) «δούλεψε» επειδή κάτι προστέθηκε στον ελληνικό αμυντικό μηχανισμό. Μπορούμε όμως εύσχημα να υποθέσουμε ότι η αποτροπή ενισχύθηκε, καθόσον αυξάνεται το επίπεδο απειλής για τον αντίπαλο, άρα το ρίσκο κάθε επιχείρησης. Δυστυχώς θα γνωρίζουμε μόνο πότε κατέρρευσε, διότι θα έχουν ξεκινήσει οι συγκρούσεις.

Πόσο δύσκολο θα ήταν η Ελλάδα να φτιάξει τα δικά της μη επανδρωμένα αεροσκάφη ή ακόμα και βλήματα διαφόρων κατηγοριών; Όχι όσο φαντάζονται ορισμένοι.

Στην πρώτη κατηγορία είμαστε δηλαδή ικανοποιημένοι που δώσαμε δεκάδες εκατομμύρια και θέλουμε έναν σκασμό λεφτά να τα πετάξουμε και μετά να τα συντηρήσουμε, αφού καταστρέφεται κρίσιμο σύστημα κάθε φορά που προσγειώνεται; Να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι μήπως;

Στα βλήματα και όχι μόνο, εάν έχουμε προχωρήσει αρκετά, όταν ο κολοσσός – υποψήφιος προμηθευτής κάποιου κύριου οπλικού συστήματος μας διπλαρώσει για να πουλήσει την πραμάτειά του, δεν θα έχουμε ένα σοβαρό πρόγραμμα στο οποίο να του ζητήσουμε να βάλει ένα χεράκι ως προϋπόθεση συνεργασίας;

Το αποτέλεσμα θα μπορούσε να μας εκπλήξει. Πολλοί κάνουν σοβαρότατη δουλειά στη χώρα. Πολλοί είναι οι ικανοί. Λίγοι ξέρουν να συνεργάζονται βέβαια, ενώ ως γνήσιοι Ελληναράδες θεωρούμε συχνά πως τα πάντα μας ανήκουν. Καταλήγουμε να τρωγόμαστε μεταξύ μας και αποτέλεσμα να μη βλέπουμε.

Τα σύγχρονα οπλικά συστήματα ενσωματώνουν υπέρ-υψηλές τεχνολογίες ο έλεγχος των οποίων παραμένει απόλυτα στα χέρια του κατασκευαστή. Η συντήρηση ενός οπλικού συστήματος στον κύκλο του επιχειρησιακού του βίου είναι πιο δαπανηρή υπόθεση και από αυτή καθαυτή την αγορά του.

Το έχουμε συνειδητοποιήσει ή αρεσκόμαστε στην πολιτικά βοηθητική αλλά εθνικά καταστροφική μπουρδολογία για το πόσο καλά τα καταφέρνουμε στο τάδε ή το δείνα σύστημα, χωρίς να βλέπουμε ότι το αδιέξοδο πλησιάζει ταχύτατα; Ας μην επεκταθούμε. Σημασία έχει α αντιληφθούμε ότι ποτέ δεν είναι αργά.

Φυσικά δεν μπορείς να αφήσεις ανεξέλεγκτο κανέναν, ιδίως όταν η χώρα στερείται κουλτούρας συνεργασίας και ο ένας προσπαθεί συνήθως να βγάλει το μάτι του άλλου. Δεν έχει νόημα να λειτουργήσουμε σκανδαλοθηρικά ασχολούμενοι με το τι κάνει ο ένας ή/και τι κάνει ο άλλος. Σημασία έχει να γίνει κάτι καλό για τη χώρα.

Η μεγάλη κρίση που διερχόμαστε αποτελεί ταυτόχρονα και μεγάλη ευκαιρία. Και η Βιομηχανία και τα Επιτελεία διαθέτουν αποδεδειγμένα θαυμάσια μυαλά και γινόμαστε γελοίοι που δεν τα εκμεταλλευόμαστε. Απίστευτοι επιστήμονες ή εξαφανίζονται από τη χώρα είτε μένουν άνεργοι, αντί να προσφέρουν στον κοινό σκοπό.

Ας ξεκινήσουν λοιπόν από την καταγραφή των προτάσεων. Από την πιο φιλόδοξη μέχρι την πιο απλή. Κι ας βάλουμε μετά τα νούμερα κάτω. Δείχνοντας τη στοιχειώδη εμπιστοσύνη ο ένας με/για τον άλλον, θα μπορούσαμε να εκπλαγούμε από το αποτέλεσμα. Η δε πολιτική εξουσία οφείλει να σπρώξει προς αυτή την κατεύθυνση.

Θα πάρουμε και τον ακριβό παίκτη από το εξωτερικό, θα βγάλουμε όμως και ταλέντα τα οποία στην πορεία η αξία τους μπορεί να αποδειχθεί πολλαπλάσια, είτε ονομαστικά, είτε σε όρους εξοικονόμησης κονδυλίων που θα επενδυθούν διαφορετικά, διότι θα έχουμε αλλάξει τις προτεραιότητες με τη φαντασία και το ελληνικό αντισυμβατικό μυαλό. Θα τολμήσουμε;