Νέα ευρωπαϊκά προγράμματα ανάπτυξης και οι προβληματικοί μονίμως απ’ έξω

Δεν αντέχεται το κόστος ανάπτυξης ενός νέου οπλικού συστήματος πρώτης γραμμής, επί του προκειμένου ένα μαχητικό αεροσκάφος, με αποτέλεσμα οι αρχικοί συμμετέχοντες στην ιδέα, να αναζητούν εταίρους με στόχο να μειώσουν το κόστος. Αυτό σκέπτονται να πράξουν Γερμανία και Γαλλία που φαίνεται ότι θα ξεκινήσουν την προσπάθεια, ευελπιστώντας να συσπειρώσουν και άλλες χώρες στο εγχείρημα.

Θα πρέπει να υπενθυμιστεί ότι και sτο πρόγραμμα του «ευρωμαχητικού» (EF-2000 Typhoon / Eurofighter) αρχικά οι δυο χώρες πορεύθηκαν μαζί, μόνο που διαφωνίες που ανέκυψαν ανάμεσα στους δύο για τον βασικό ρόλο του αεροσκάφους (εναέριας υπεροχής vs. κρούσης), οδήγησε στην αποχώρηση τν Γάλλων και την ανάπτυξη του Rafale.

Αυτή η ιστορία της συνεργασίας Γερμανίας και Γαλλίας θα επιβαρύνει την προσπάθεια εξεύρεσης εταίρων, αφού σε ένα αναπτυξιακό πρόγραμμα ποτέ δεν ξέρεις τι θα βγει και μια χώρα επενδύει ποντάροντας στη χειρότερη περίπτωση να αξιοποιήσει επιμέρους τεχνολογίες που θα προκύψουν.

Μέχρι στιγμής, ενδιαφέρον για τη γαλλογερμανική συνεργασία με στόχο την ανάπτυξη αεροσκάφους έχουν δείξει η Βρετανία, η Ιταλία και η Σουηδία, με τις εταιρίες τους (BAE Systems, Leonardo, Saab κ.λπ.) να δείχνουν διατεθειμένες να συζητήσουν τη συμμετοχή τους στο βιομηχανικό σχήμα του οποίου θα ηγούνται οι Airbus και Dassault.

Το πρόγραμμα αυτό, από γερμανικής πλευράς αποτελεί σε έναν βαθμό «χρύσωμα του χαπιού» για την Airbus, αφού η πιθανότητα επιλογής εκ μέρους των Γερμανών του αμερικανικού F-35 Lightning II για την αντικατάσταση των 85 αεροσκαφών Tornado, δείχνει νομοτελειακή, αφού δηλώνουν ότι θα προμηθευθούν υπάρχων αεροσκάφος, ενώ ο αρχηγός της Αεροπορίας ουσιαστικά το περιέγραψε.

Οι Ευρωπαίοι θα πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι εάν εμφανιστούν ξανά παθογένειες όπως αυτές που σχεδόν έχουν καταστρέψει το πρόγραμμα του ευρωπαϊκού αεροσκάφους στρατηγικών μεταφορών A400M, τα αποτελέσματα θα είναι καταστρεπτικά.

Κατά συνέπεια, καθένας από τους συμμετέχοντες οφείλει να επιχειρήσει τη «χαλιναγώγηση» των «εθνικών ευαισθησιών», ώστε να μην καταλήξουν στο «όποιος πάει για πολλά χάνει στο τέλος και τα λίγα». Οι ευρωπαϊκές εταιρίες δεν έχουν την πολυτέλεια για ένα ακόμα φιάσκο σε κάποιο φιλόδοξο κοινό ευρωπαϊκό πρόγραμμα.

Όσον αφορά το περιθώριο ελληνικής συμμετοχής, αυτό μοιάζει από εξαιρετικά δύσκολο έως αδύνατο, δεδομένης της οικονομικής κατάστασης της χώρας, αλά και του γεγονότος ότι η σημερινή τουλάχιστον κυβέρνηση έχει «εμμονές» τις οποίες υπερασπίζει ενώπιον των δανειστών, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να διαπραγματευθεί ευφάνταστες λύσεις που θα μπορούσαν να «ξυπνήσουν» την οικονομία.

Για παράδειγμα, αν ισχύει το «νυν υπέρ πάντων ο αγών» για να μείνει όσο το δυνατόν περισσότερο άθικτο ο δημόσιος τομέας και η εκλογική πελατεία, καθίσταται αδύνατο να διαπραγματευθεί η χώρα π.χ. ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα στους πολίτες της έναντι σημαντικών περικοπών παντελώς άχρηστων οργανισμών που επιβαρύνουν τραγικά τον προϋπολογισμό. Υπάρχουν κι άλλα…

Τα ίδια ισχύουν και στα βιομηχανικά προγράμματα που θα μπορούσαν να αναζωογονήσουν την αμυντική βιομηχανία με τη συμμετοχή της σε προγράμματα όπως το προαναφερθέν που θα απαιτούσε οικονομική συνεισφορά – επένδυση από ελληνικής πλευράς. Χαμένοι θα είχαμε βγει εάν είχαμε ενταχθεί ως εταίροι τόσο στο πρόγραμμα του F-35 όσο και στο ευρωπαϊκό του Eurofighter, ασχέτως των προβλημάτων;

Με τον ίδιο τρόπο ο πολιτικός κόσμος που αδιαφορεί ή αδυνατεί να κατανοήσει ότι τα τρομακτικά προβλήματα που συσσωρεύονται και οι μαζικές πλέον ανάγκες για ανανέωση του υλικού, σε πολιτικό και στρατιωτικό τομέα, θα μπορούσε να αποτελεί μοναδική οικονομική ευκαιρία…

Όταν ο ευρύτερος δημόσιος τομέας χρειάζεται σε μικρό βάθος χρόνου 2-3.000 οχήματα πολλών τύπων (ούτε καν για τις Ένοπλες Δυνάμεις δε μιλάμε) και αντί να αναζητήσει εταίρο στο εξωτερικό για παραγωγή εντός της χώρας όσων απαιτούνται με την παραχώρηση σημαντικών κινήτρων (π.χ. φορολογικά για ορισμένο χρονικό διάστημα) για να δουλέψουν χιλιάδες κατηρτισμένων Ελλήνων επιστημόνων, ασχολούνται μόνο με το πώς θα «αρμέξουν» φόρους από μια «αγελάδα» που «στέγνωσε», σοβαρή συζήτηση δεν μπορεί να γίνει.

Αυτά ισχύουν σχεδόν για όλους τους τομείς. Δεν εξαντλούνται στα οχήματα οι ανάγκες οι οποίες θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε σοβαρότατη οικονομική δραστηριότητα στη χώρα, ενώ η όποια κυβέρνηση θα αποκτούσε μεγάλη διαπραγματευτική ισχύ εάν έδειχνε διάθεση για πραγματικές μπίζνες, σε συνδυασμό με στοιχειώδη σοβαρότητα.

Οι ανάγκες είναι μεγάλες, παντού. Στις Ένοπλες Δυνάμεις τα αδιέξοδα συσσωρεύονται σε όλους τους κλάδους. Στην Ελλάδα όμως ξέρουμε μόνο να διώχνουμε οποιονδήποτε αρνείται να προσκυνήσει τη διαπλοκή. Ας μην επεκταθούμε. Δεν έχει νόημα. Εδώ δεν καταλαβαίνουν ούτε τα στοιχειώδη, εγκληματώντας από άγνοια και ανοργανωσιά, όταν δεν υπάρχει ιδιοτέλεια, κατά της χώρας. Μιας χώρας όπου δε λογοδοτεί κανείς επί της ουσίας.