Μύθοι γύρω από την ανάπτυξη της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας…

Διάφοροι μύθοι έχουν δημιουργηθεί σχετικά με τις επενδύσεις στην άμυνα μιας χώρας. Είναι οι επενδύσεις στην άμυνα εντέλει μια ενέργεια που αρμόζει μόνο σε μιλιταριστικά έθνη; Είναι οι επενδύσεις στην ασφάλεια ενός κράτους και η εν γένει λειτουργία των ενόπλων δυνάμεων μια «αντιπαραγωγική δαπάνη»; (1) Βοηθάει η επένδυση στην άμυνα την οικονομία ή την επιβαρύνει δυσανάλογα ως προς το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα;

Γράφει ο Ανδρέας Αττάλογλου

Σε παλαιότερο άρθρο του γράφοντος είχε παρουσιασθεί πώς ο «μιλιταριστικός κεϋνσυανισμός» αποτέλεσε το γρανάζι για την ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας, ιδιαίτερα μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Προφανώς η συγκεκριμένη επιλογή δεν είναι μια πανάκεια καθώς μια κούρσα εξοπλισμών πάντα δημιουργεί τις συνθήκες για μια πολεμική εκτόνωση των γεωπολιτικών πιέσεων.

Ωστόσο, το ερώτημα θα πρέπει να είναι λιγότερο φιλοσοφικό και περισσότερο πρακτικό και εστιασμένο στην εθνική πολιτική μιας χώρας και δη μιας χώρας σαν την Ελλάδα.

Ας ξεκινήσουμε με μια βασική παραδοχή που έχει να κάνει με το μέγεθος και το κόστος των ενόπλων δυνάμεων. Η εξίσωση είναι απλή. Μια χώρα θα μετεξελιχθεί σε υποδοχέα επενδύσεων όσο είναι σε θέση να παρέχει συγκριτικά πλεονεκτήματα σε σχέση με το διεθνή ανταγωνισμό. Ένα τέτοιο πλεονέκτημα είναι και η ασφάλεια της προσδοκώμενης επένδυσης.

Από χώρες που διατρέχουν άμεσο κίνδυνο, είτε εμφυλιοπολεμικής εκτροπής είτε σύγκρουσης με άλλο κράτος, δεν μπορεί να αναμένεται να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στην προσέλκυση αλλοδαπών κεφαλαίων, εκτός από αυτά που εκπροσωπούνται από επιχειρηματικά και εθνικά τραστ που έχουν συνηθίσει να δραστηριοποιούνται εντός τέτοιων συνθηκών. Σαφώς όμως αυτές οι επενδύσεις δεν έχουν ούτε αναπτυξιακό χαρακτήρα, σε όρους ανθρώπινου κεφαλαίου, ούτε και υψηλή προστιθέμενη αξία.

Συνήθως αποσκοπούν στην εκμετάλλευση συγκεκριμένων πλουτοπαραγωγικών πηγών, υποδομών ή συνθηκών και λιγότερο στη μακροπρόθεσμη επένδυση σε ανθρώπους και επιχειρηματικά δίκτυα.

Ως εκ τούτου, για την Ελλάδα η ύπαρξη ενός συστήματος αποτροπής απέναντι στον τουρκικού επεκτατισμό αποτελεί συνθήκη εκ των ουκ άνευ για τη μείωση του γεωπολιτικού ρίσκου οποιαδήποτε επένδυσης στη χώρα.

Μέρος αυτού του συστήματος είναι οι κοστοβόρες ένοπλες δυνάμεις. Άραγε οι υποστηρικτές της μείωσης των δαπανών στις αντιπαραγωγικές ένοπλές δυνάμεις θα πήγαιναν να επενδύσουν στη Λιβύη ή στην Ουκρανία ή και στην Τουρκία; (2)

Αντίθετα οι επενδυτές φαίνεται να επενδύουν σε χώρες όπως η Νότια Κορέα και το Ισραήλ που διαθέτουν μείζονες γεωπολιτικές πιέσεις αλλά έχουν επενδύσει παράλληλα στην ισχυρή αποτρεπτική τους ισχύ.

Εδώ εδράζεται μια ακόμα σημαντική παρατήρηση. Η δυνατότητα μιας κρατικής οντότητας να διαχειρίζεται αποτελεσματικά ένα πολύπλοκο γεωπολιτικό και οικονομικό περιβάλλον φαίνεται να είναι παράγοντας επιτάχυνσης της ανάπτυξης και δη της πολυπλοκότητας μιας οικονομίας. Παράγοντας, δηλαδή που βοηθάει στην ανάπτυξη της πολυπόθητης καινοτομίας, του θεμέλιου λίθου για την επίτευξη εκρηκτικών δεικτών ανάπτυξης σε μια σύγχρονη οικονομία.

Περεταίρω, η χώρα μας σε όρους γεωγραφικών διαστάσεων (πληθυσμό και έκταση) συγκρίνεται με κράτη όπως η Δανία, η Σουηδία, η Νορβηγία, η Φινλανδία, η Ολλανδία, η Νέα Ζηλανδία, το Βέλγιο και ούτω καθεξής. Σε σύγκριση με τα προαναφερόμενα κράτη η Ελλάδα, τις τελευταίες δεκαετίες, δέχεται σημαντικά μεγαλύτερες γεωπολιτικές πιέσεις, με ορατό μάλιστα τον κίνδυνο της στρατιωτικής εμπλοκής.

Για αυτό τον λόγο η χώρα μας διαχρονικά απαιτείται να συντηρεί ένα στράτευμα που σε όρους μεγέθους είναι το δέκατο στο ΝΑΤΟ. (3) Πολλά από τα προαναφερόμενα κράτη διαθέτουν σημαντικά μικρότερες στρατιωτικές δυνάμεις σε σχέση με τη χώρα μας αλλά δυσανάλογα μεγαλύτερη σε μέγεθος στρατιωτική βιομηχανία.

Οπότε ένα πρώτο επιχείρημα των πολέμιων της ανάπτυξης της ελληνικής πολεμικής βιομηχανίας, που στηρίζεται στο μικρό μέγεθος της χώρας, καταρρίπτεται από την πραγματικότητα της γεωγραφικής κατανομής της παγκόσμιας πολεμικής βιομηχανίας.

Αναφέρονται ενδεικτικά τα παραδείγματα της φινλανδικής κρατικής Patria με κύκλο εργασιών μισό δισ. δολάρια, τα ολλανδικά ναυπηγία Damen Group με κύκλο εργασιών 2,5 δισ. δολάρια και σημαντική παρουσία στο στρατιωτικό τομέα όπως και της Thales Nederland ευρύτερα γνωστής για τις τεχνολογικές λύσεις στο πολεμικό ναυτικό, της δανέζικης Terma με ειδίκευση στην αεροδιαστημική τεχνολογία και σε υποσυστήματα υψηλής τεχνολογίας και ούτω καθεξής.

Ωστόσο, όπως εμμέσως προαναφέρθηκε, η ανάπτυξη της αμυντικής βιομηχανίας φαίνεται να είναι εντέλει το αποτέλεσμα μιας εξελικτικής διαδικασίας της οικονομίας μιας χώρας. Η παραγωγή σύγχρονων στρατιωτικών συστημάτων αποτελούν ίσως από τα πλέον πολύπλοκα βιομηχανικά προϊόντα.

Απαιτούν τη συνεργασία δεκάδων υποκατασκευαστών ενώ πρέπει να παραδίνονται μέσα σε συγκεκριμένα χρονικά όρια τηρώντας παράλληλα υψηλά στάνταρ ποιότητας. Φαίνεται δηλαδή να υπάρχει μια σχέση αλληλοτροφοδότησης ανάμεσα στο βαθμό που μια οικονομία μπορεί να παράγει τεχνολογικά πολύπλοκα προϊόντα και στη δυνατότητα της να παράξει και πολύπλοκα οπλικά συστήματα.

Έτσι εξηγείται για παράδειγμα πως κράτη με συγκριτικά μικρά στρατεύματα και συνειδητή αποχή τους από έκρυθμες γεωπολιτικές καταστάσεις τείνουν να είναι από τους ισχυρότερους προμηθευτές οπλικών συστημάτων στον κόσμο. Αντίστοιχα ένα ενδιαφέρον παράδειγμα είναι αυτό της Κίνας.

Η οικονομική ευρωστία της Κίνας και τα στρατιωτικό της μέγεθος δεν της επέτρεπε μέχρι πρόσφατα την αυτονόμηση της ως προς την παραγωγή σύγχρονων οπλικών συστημάτων. Ωστόσο, κατά ομολογία του Διευθύνοντα Συμβούλου της Apple Tim Cook, (4) η τεχνογνωσία στη βιομηχανική παραγωγή των Κινέζων έχει αναπτυχθεί ραγδαία.

Ο λόγος, δηλαδή, που η αμερικανική Apple συνεχίζει να προμηθεύεται τα εξαρτήματα της από την Κίνα δεν είναι εξαιτίας του φθηνού εργατικού κόστους αλλά της υψηλής δεξιοτεχνίας των Κινέζων παραγωγών. Κοινώς τα πολύπλοκα προϊόντα της Apple, ίσως πλέον να μην μπορούν να παραχθούν με την ίδια αποτελεσματικότητα εκτός του κινεζικού βιομηχανικού οικοσυστήματος.

Με απλά λόγια η Κίνα επί χρόνια «έκλεψε» την τεχνογνωσία της Δύσης στην παραγωγή τεχνολογικών και βιομηχανικών συστημάτων και πλέον, νιώθοντας την αυτοπεποίθηση ενός καινοτόμου βιομηχανικού παραγωγού μπορεί να ισχυρισθεί ότι δύναται να παράγει και η ίδια μερικά από τα πλέον εξελιγμένα οπλικά συστήματα.

Λαμβάνοντα όλα τα παραπάνω υπόψη, εντέλει τι πρέπει να κάνουμε στην Ελλάδα; Η χώρα μας διαχρονικά έχει χρηματοδοτήσει τη βιομηχανία αλλοδαπών χωρών ως προς την ανάπτυξη πολύπλοκων τεχνολογικών προϊόντων.

Η δαπανηρή εκροή αυτή έχει όντως μεγάλο κόστος ευκαιρίας για τη χώρα μας και είναι αδιανόητο και αυτοκτονικό να προσπαθήσουμε να συνεχίσουμε την προμήθεια αλλοδαπών συστημάτων για τη συντήρηση ενός στρατεύματος που απαιτεί να έχουμε για παράδειγμα σε πολεμική ετοιμότητα σχεδόν όσα πολεμικά αεροσκάφη έχει κάθε μια από τις Γαλλία και Γερμανία, τις δύο οικονομικές υπερδυνάμεις της Ευρώπης.

Θα πρέπει να υπάρξει άμεση μεγιστοποίηση της ελληνικής προστιθέμενης αξίας στην παραγωγή και προμήθεια σύγχρονων οπλικών συστημάτων. Δυστυχώς, στην Ελλάδα εφαρμόζουμε στον τομέα της άμυνας πυροσβεστικές μεθόδους προμήθειας εξοπλισμού (συνήθως μετά από σημαντικές προκλήσεις της Τουρκίας) ενώ ακόμα συνεχίζουμε να υπολογίζουμε μια επένδυση στενά σε όρους ανθρώπινης εργασίας.

Δηλώνεται, δηλαδή, ότι μία επένδυση θα φέρει τόσες χιλιάδες θέσεις εργασίας, ανεξάρτητα ως προς το τί θα παράγουν αυτοί οι εργαζόμενοι (αν είναι για παράδειγμα σερβιτόροι σε ξένες ξενοδοχειακές μονάδες). Ο υπολογισμός αυτός εν έτη 2018, είναι απαρχαιωμένος και δημαγωγικός.

Σκοπός των επενδύσεων πρέπει να είναι η ανάπτυξη της πολυπλοκότητας της οικονομίας. Η εδραίωση δηλαδή δικτύων συνεργασίας ανάμεσα σε ερευνητικά κέντρα και παραγωγικές μονάδες προκειμένου να αναπτύξουν πολύπλοκα τεχνολογικά προϊόντα και να συμμετάσχουν δυναμικά σε διεθνείς κοινοπραξίες.

Κυρίως, στόχος πρέπει να αποτελεί δηλαδή η ανάπτυξη δικτύων που θα μπορούν να διαχειρισθούν την αποκτηθείσα γνώση προκειμένου να αναπτύξουν νέα ανταγωνιστικά προϊόντα.

Ως εκ τούτου είναι μοναδική η ευκαιρία που εμφανίζεται για τη χώρα μας, την παρούσα περίοδο, όπου απαιτείται να σχεδιάσει τον εκσυγχρονισμό δεκάδων οπλικών της συστημάτων που βρίσκονται στο μέσο της επιχειρησιακής τους ζωής. Πρόκειται για οπλικά συστήματα τα οποία είναι δημοφιλή διεθνώς και άρα έχουν προδιαγραφές για εξαγωγή τεχνολογικών λύσεων προς τρίτες χώρες.

Κοινώς, θα πρέπει το Υπουργείο Αμύνης να σχεδιάσει ένα πρόγραμμα προμήθειας και εκσυγχρονισμού οπλικών συστημάτων σε μια επιχειρηματική βάση και έχοντας σαν σχεδιασμό το σκεπτικό της διεθνούς επιχειρηματικής προώθησης.

Στην εξίσωση των αμυντικών προμηθειών, θα πρέπει να εισαχθεί απαραιτήτως και ένας λογισμός που να λαμβάνει τον πιθανό αντίκτυπο έκαστης επένδυσης στην ελληνική οικονομία (αυξητικά ως προς το δείκτη πολυπλοκότητας της). Επίσης, η χώρα πρέπει να επιλέξει ορισμένους τομείς στους οποίους θα πρέπει να ειδικευθεί ώστε να αποκτήσει εχέγγυο αποτελεσματικότητας και ποιότητας. (5)

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

1. Βλ. σχόλιο Θ. Πάγκαλου, http://www.cnn.gr/news/politiki/story/91587/protofanis-epithesi-pagkaloy-stis-enoples-dynameis-h-apantisi-kammenoy

2. http://www.fortunegreece.com/article/giati-i-xenes-eteries-egkatalipoun-tin-tourkia/

3. https://www.globalfirepower.com/countries-listing-nato-members.asp

4. https://www.inc.com/glenn-leibowitz/apple-ceo-tim-cook-this-is-number-1-reason-we-make-iphones-in-china-its-not-what-you-think.html

5. Για παράδειγμα μπορεί να επενδύσει στον τομέα των μη επανδρωμένων συστημάτων επιτήρησης των συνόρων είτε στην ανάπτυξη σύγχρονων αντιπλοϊκών συστημάτων και ούτω καθεξής.