Κώστα, δικαιούσαι να ταυτίζεις με τον Πάνο Καμμένο όσους διαφωνούν;

Οι πληροφορίες που τον συνόδευαν ήταν καλές. Για παράδειγμα, προσπάθησε να διαφοροποιηθεί από το σύνηθες των νεαρών της – τότε – ηλικίας του, γόνους «καβατζωμένων» πολυεπίπεδα οικογενειών, επιλέγοντας να κάνει πραγματική στρατιωτική θητεία, με τους αξιωματικούς που τον είχαν στη μονάδα τους να μιλούν με τα καλύτερα λόγια.

Του Μιχαήλ Βασιλείου

Επίσης, τα πεπραγμένα του στη θέση του Περιφερειάρχη έμοιαζαν θετικά. Άνθρωπος με μόρφωση και ισχυρή θέληση, δείχνει να έχει κερδίσει τον κόσμο και έχει δείξει σημαντικές ικανότητες στη διαχείριση των δημοσίων επιθέσεων, τουλάχιστον όσον αφορά το οικονομικό σκέλος.

Την ίδια στιγμή, το «DP» είχε αναφερθεί στην προσοχή που πρέπει να δοθεί ώστε η συζήτηση για τον ελληνικό νεποτισμό να μην εξελιχθεί σε «ρατσιστική αντιμετώπιση», με τον αποκλεισμό πολλών, επειδή έτυχε να γεννηθούν στο πλαίσιο των «καβατζωμένων», όπως είπαμε νωρίτερα, οικογενειών.

Οι δηλώσεις όμως του Κώστα Μπακογιάννη για το ζήτημα του ονόματος της ΠΓΔΜ μας εξέπληξαν για την -πολιτική- ανωριμότητα και ελαφρότητά τους. Όταν μάλιστα ο φορέας τους δεν μπορεί να κρύψει τη – θεμιτή – πολιτική φιλοδοξία του να διαφεντέψει τις τύχες ενός έθνους, το ζήτημα λαμβάνει άλλη τροπή.

Χωρίς να «βουτήξει τη γλώσσα στο μυαλό», όπως μας έκεγαν στο σχολείο κάποτε, ο νεαρός Κώστας Μπακογιάννης αρχίζει να μιλά για το «μακεδονικό» με ύφος… ψαγμένου, με το ύφος των γνωστών «πεφωτισμένων» στην Ελλάδα που έχουν εξαιρετικά εύκολο το να εκτοξεύσουν κατηγορίες περί «πατριδοκαπηλείας» εναντίον δικαίων και αδίκων, ενώ στην περίπτωσή του εμφανίστηκε να εξαπολύει πυρά κατά του Πάνου Καμμένου.

Το ξεκάρφωμα με την υποστήριξη στις θέσεις Καραμανλή στο Βουκουρέστι δεν μπορεί να αποκρύψει την ουσία των λόγων του που είναι ας ξεμπερδεύουμε με το θέμα γιατί καταστρέφεται η χώρα. Αυτό είπε. Με αποτέλεσμα να καταφέρεται εμμέσως εναντίον όποιου διαφωνεί με τις ενέργειες για ένα άρον άρον κλείσιμο της υπόθεσης, ταυτίζοντάς τον με τον Καμμένο.

Και πώς δηλαδή η χώρα θα πάψει να καταστρέφεται, Κώστα Μπακογιάννη, εάν η κυβέρνηση χαρίσει τον μισό Μεγάλο Αλέξανδρο και ολόκληρη στην ουσία την Ιστορία της Μακεδονίας στους Σκοπιανούς; Τι αλλάζει αυτό στα εσωτερικά πράγματα εκτός από μια ακόμη σοβαρή εθνική ήττα;

Θα τον είχαμε ικανοποιήσει δηλαδή εάν είχαμε πανηγυρίσει για το δικολαβίστικο επιχείρημα του Ζόραν Ζάεφ, ότι… παραιτείται από την αποκλειστική αντιπροσώπευση της μακεδονικής κληρονομιάς, μιας κληρονομιάς η οποία είχε ξεκινήσει μια χιλιετία σχεδόν, αφότου μεγαλούργησαν στην περιοχή ο Φίλιππος και ο Αλέξανδρος, στοιχεία δεδομένα και κοινώς παραδεκτά από την ιστορική έρευνα στα κορυφαία πανεπιστήμια του κόσμου.

Παραιτείται δηλαδή από κάτι που ποτέ δεν κατείχε, σε μια κλασική εφαρμογή διαπραγματευτικής στρατηγικής, με υιοθέτηση μαξιμαλιστικής θέσης, ώστε στη συνέχεια να «παραχωρήσεις» κάτι που επί της ουσίας ποτέ δεν κατείχες; Τώρα αν η άλλη πλευρά, πρόθυμη, το «κατάπιε αμάσητο», δεν είναι πρόβλμα των Σκοπιανών. Δικό μας είναι.

Πόσο μας θυμίζει τη στρατηγική του ιστορικού ηγέτη των Σκοπιανών, Κίρο Γκλιγκόροφ, ο οποίος είχε υιοθετήσει τον ήλιο της Βεργίνας στη σημαία, τον οποίο στη συνέχεια τον «παραχώρησε» και εδώ ορισμένοι πάλι «τσίμπησαν» (σ.σ. είχαν βέβαια την προδιάθεση…), μιλώντας για τη μοναδική ευκαιρία εξεύρεσης λύσης.

Δεν ασχολήθηκαν όμως και πολύ, όταν ο Κίρο Γκλιγκόροφ, μετά τη δολοφονική επίθεση εναντίον του, είχε πει ξεκάθαρα, «παιδιά, Σλάβοι είμαστε, μην το ξεχνάτε», ερχόμενος πραγματικά δίπλα στην ελληνική πλευρά.

Όπως και δεν ασχολούνται με την ουσία ούτε την ιστορική, ούτε τη γεωπολιτική, καθώς αυτό είναι «προνόμιο» των «πατριδοκάπηλων». Και την οποιαδήποτε ανησυχία πολύπειρων παρατηρητών των διεθνών σχέσεων στην Ελλάδα για το τρόπο με τον οποίο το θέμα αυτό μπορούμε να το ξαναβρούμε μπροστά μας υπό την έννοια του ότι θα κληθούμε να αντιμετωπίσουμε καταστάσεις τις οποίες παρότι είναι προβλέψιμες, επιλέξαμε να υποβαθμίσουμε, αυτίζοντας όσους ανησυχούν με την άκρα δεξιά.

Μια απλή αναφορά, να δανειστούμε τα λόγια ενός «πατριδοκάπηλου εθνικιστή», εάν αποδεχθούμε τον έμμεσο ορισμό Κώστα Μπακογιάννη, του Σταύρου Λυγερού, ο οποίος επεσήμανε μάλιστα ότι οι ιστορικές αναφορές δεν πρέπει να είναι ο κορμός της ελληνικής στρατηγικής, αλλά να χρησιμοποιούνται μόνο επικουρικά, έχοντας γράψει χαρακτηριστικά, ότι «ακόμα και εάν οι Σλαβομακεδόνες δήλωναν πως δεν έχουν καμία σχέση με τους αρχαίους Μακεδόνες το πρόβλημα δεν θα λυνόταν».

«Η FYROM δεν είναι εθνικό κράτος. Είναι συνεταιρικό κράτος. Κύρια εθνική συνιστώσα είναι οι Σλαβομακεδόνες και δευτερεύουσα οι Αλβανομακεδόνες. Ως εκ τούτου, η ονομασία του κράτους δεν μπορεί να έχει εθνικό προσδιορισμό, δεν μπορεί το κράτος να ονομάζεται π.χ. Σλαβομακεδονία. Η ονομασία του αφενός πρέπει να είναι εθνικά ουδέτερη, αφετέρου να καταδεικνύει πως πρόκειται για Μέρος και όχι για το Όλον».

Γιατί τα γράφουμε αυτά; Διότι ο νεαρός Μπακογιάννης είπε ότι «με το Σκοπιανό χτίζονται πολιτικές καριέρες, κι ας γκρεμίζεται η εικόνα της χώρας στο εξωτερικό». Δεν αντιλαμβάνεται, ή δεν τον απασχολεί, το ότι εμφανιζόμενος να χτυπά τον Πάνο Καμμένο, με αυτή την επιχειρηματολογία, χωρίς μάλιστα να τον κατονομάζει «τσουβαλιάζει» πολλούς, απαξιώνοντας τις απόψεις που εκφράζουν, χωρίς να αναφερθεί σε αυτές επιχειρώντας να τις αντικρούσει. Άρα με την κάλυψη, το άλλοθι ενός Καμμένου, επιτίθεται στις απόψεις όσων διαφωνούν με την επιδερμική προσέγγισή του.

Ο Κώστας Μπακογιάννης θέλει να εμφανισθεί ως «υπεράνω», ως διατεθειμένος να ανοίξει διαύλους με την αριστερά… και την πρόοδο, φτιάχνει όμως καριέρα με τους κλασικούς όρους που γίνεται αυτό στην Ελλάδα. Τα ίδια Παντελάκη μου… Ξεχνά όμως, ότι ταυτόχρονα είναι και ανιψιός του αρχηγού της ΝΔ. Και αυτά που λέει χρεώνονται «οικογενειακώς». Καλώς ή κακώς.

Με τέτοιες ασυλλόγιστες δηλώσεις σε μια στιγμή που αρχίζει να βράζει ο τόπος το μόνο που καταφέρνει είναι να βάζει τρικλοποδιά στον δρόμο του Κυριάκου προς την πρωθυπουργία. Το θέλει άραγε; Ίσως ναι, ίσως όχι. Δεν είναι δικιά μας δουλειά η «ανάλυση» της εσωκομματικής καμαρίλας.

Κώστα, όσο είναι νωρίς «πάρε το αλλιώς» διότι «θα βρεις». Τον κόσμο στη χώρα μην τον υποτιμάς, μην παριστάνεις τον «πεφωτισμένο», το μέλος μιας περίεργης υπεροπτικής πολιτικής ελίτ, διότι αυτό το σενάριο αηδίαζε εδώ και μερικές δεκαετίες μεγάλο μέρος των Ελλήνων, οι οποίοι διαισθητικά και μόνο, αντιλαμβάνονται ορισμένες συμπεριφορές στο θέμα της Μακεδονίας, ως ξεπούλημα. Πολλοί δε εξ αυτών, προσανατολίζονται κυρίως προς τη Νέα Δημοκρατία.

Και αν αντί ως νέος και μορφωμένος άνθρωπος συμμετάσχεις σε μια ορθολογική δημόσια συζήτηση με επιχειρήματα, μια άποψη που θα κριθεί όπως όλων, επιλέγεις μια παρέμβαση με μικροπολιτικούς όρους. «Ζωγραφίζεις» τον Καμμένο κατακεραυνώνοντάς τον, ενώ επί της ουσίας ακολουθείς κι εσύ τη στάση που καταδικάζεις.

Ταυτίζεις όσους τολμούν να προειδοποιούν πως κάτι δεν πάει καλά με τον κάθε Καμμένο. Τη ζημιά όμως θα την υποστεί ο πολιτικός χώρος που σε φιλοξενεί. Αυτό μας είναι βέβαια παγερά αδιάφορο, το πρόβλημα είναι το τι θα βρει μπροστά της η χώρα, τι θα κληθούν να αντιμετωπίσουν τα παιδιά μας και τα εγγόνια μας.