Καποδιστριακή Πολιτεία κι Εκκλησία, υπόδειγμα σχέσης συνεργασίας διαχρονικό

Το έτος 1827, μετά τη ναυμαχία του Ναβαρίνου, ολοκληρώνεται ουσιαστικά και νικηφόρα, τουλάχιστον από την άποψη της ίδρυσης εθνικού κράτους ελεύθερου από τον οθωμανικό ζυγό, ο πολύχρονος, εξουθενωτικός και πολυμέτωπος Αγώνας της Παλιγγενεσίας. Μία αναμέτρηση που ενδεχομένως θα είχε ολοκληρωθεί επιτυχώς νωρίτερα, εάν η πολύπαθη ελληνική κοινωνία δεν αποδυναμωνόταν ακόμα περισσότερο από τον εμφύλιο σπαραγμό.

Του Βασιλείου Κουδούνη*

Την ίδια χρονιά, Απρίλιος 1827, η 3η Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας εκλέγει τον Ιωάννη Καποδίστρια ως πρώτο Κυβερνήτη του νεοπαγούς, υποτυπώδους και χειραγωγούμενου από τις ευρωπαϊκές δυνάμεις ελληνικού κράτους. Την 8η Ιανουαρίου του 1828, ο Κερκυραίος πολιτικός γίνεται πανηγυρικά δεκτός στο Ναύπλιο ως παράγοντας εθνικής συσπείρωσης και συμφιλίωσης, ως προσωπικότητα κύρους, έμπνευσης και ελπίδας.

Θα πατήσει το πάτριο χώμα με απόλυτη συνείδηση της ψυχολογίας τού εξαθλιωμένου Έλληνα αλλά και του δυσμενέστατου έως αφιλόξενου κοινωνικοπολιτικού κλίματος της τραχιάς εκείνης εποχής στην ασφυκτικά περιορισμένη και πολυσύνθετη κοινωνικά ελληνική επικράτεια.

Επιχειρεί σταδιακές, προσεχτικές αλλά θεμελιώδεις αλλαγές, μετασχηματισμούς δύσκολους στους διάφορους τομείς ανάπτυξης της απελευθερωμένης πατρίδας μας. Προσπαθεί με ζήλο και πνεύμα αυτοθυσίας, επιμονής και καρτερίας να αξιοποιήσει προς εθνικό όφελος την ασυγκράτητη λαϊκή έφεση για δράση και πρόοδο όπως και τις πλούσιες δημιουργικές δυνάμεις που κυοφορούσαν οι πρώτοι ελεύθεροι Έλληνες.

Δεν παύει να παλεύει, για να βάλει τάξη στο χάος και να δημιουργήσει εύρυθμο, ευνομούμενο και κοινωνικά δίκαιο ελληνικό κράτος.

Για την υλοποίηση του τόσο ζωτικού για το έθνος αυτού σκοπού ο Ι. Καποδίστριας προβαίνει σε ποικίλα θεσμικά μέτρα και καθοριστικές, προσεχτικές και σύντονες ενέργειες, συνεργαζόμενος με τους προϋπάρχοντες από την τουρκοκρατία καταξιωμένους θεσμούς, την Τοπική Αυτοδιοίκηση και την Εκκλησία.

Στο παρόν κείμενο σκιαγραφώ τη σχέση του Κυβερνήτη με τον θεσμό της Εκκλησίας και τους λειτουργούς της, τον σκοπό της, τις μορφές της, τον χαρακτήρα της και τους παράγοντες που τη διαμόρφωσαν.

Αναλυτικότερα, αναδιφώντας τις σύγχρονες αρχειακές ιστορικές πηγές, διαπιστώνουμε ότι καταλυτικός παράγοντας στη στάση του Καποδίστρια απέναντι στην Εκκλησία υπήρξε η αφοσίωση και πίστη του στον θεσμό. Μία εδραία θρησκευτική πίστη, την οποία απερίφραστα και συνεχώς διακήρυττε.

Γράφει χαρακτηριστικά σε επιστολή του, τον Δεκέμβριο του 1825, προς τη Διοικητική Επιτροπή της Ελλάδας: «Οι Πατέρες ημών ηνωμένοι δια… της σταθεράς πίστεώς των, αντέτειναν εις την ολεθρίαν μάστιγα των Τούρκων, φυλάττοντες αγνάς τας αρχάς και τα ήθη, άτινα μόνα συνιστώσιν εν έθνος δια της ενώσεως ανθρώπων τινών, λέγω την θρησκείαν και δι’ εκείνης την γενικήν καταγωγήν του και την εκουσίαν υποταγήν του εις μίαν και την αυτήν κυριότητα».

Αναγνωρίζει, λοιπόν, o Kαποδίστριας ακράδαντα την Εκκλησία με το ηθικοπνευματικό της περίβλημα «ως πραγματική νησίδα σωτηρίας μέσα στον ταραγμένο κόσμο της σκλαβιάς και της βαρβαρότητας». Μία επισήμανση του καθηγητή Απόστολου Βακαλόπουλου με διαχρονική ισχύ.

Αντιλαμβάνεται απόλυτα τον Θεανθρώπινο Οργανισμό όχι βέβαια ως δημόσια υπηρεσία αλλά ως ύψιστο ηθικοπνευματικό φορέα με κύρος που συνδιαμορφώνει την ανθρώπινη ψυχοπνευματική ταυτότητα.

Πιο συγκεκριμένα, εξημερώνει τα ήθη, εμφυσεί την ελπίδα, καλλιεργεί τη φιλαλληλία, προάγει τη φιλανθρωπία, τονώνει τη συνεργατικότητα και την εργατικότητα, εμπεδώνει τη σύνεση, την πειθαρχία και την αυτοπειθαρχία, βασικές προϋποθέσεις για την αναγέννηση της πληγωμένης από τη μακραίωνη οθωμανική κυριαρχία ελληνικής κοινωνίας.

Με αφετηρία συνεπώς τη σταθερή αυτή πεποίθηση, ο Καποδίστριας κατά την άσκηση της πολιτικής, αφενός αποφεύγει με περίνοια να καταπιαστεί με το λεπτό και δευτερεύον σε αυτή τη φάση ζήτημα της παγωμένης επικοινωνίας της ελλαδικής Εκκλησίας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και αφετέρου συνεργάζεται πολύμορφα και καλόπιστα με τους κληρικούς όλων των βαθμίδων.

Με τη συνεργασία αυτή σαφώς αποβλέπει να διοχετεύσει στο πληγωμένο και διχασμένο αλλά πληθωρικό σε δυνατότητες κοινωνικό σώμα το αναγεννητικό του μήνυμα, διαφωτίζοντας συνειδήσεις και προλειαίνοντας το έδαφος της κοινωνικής συνοχής και εθνικής συσσωμάτωσης με τη σταδιακή αποδοχή και υλοποίηση των πολυειδών σταθεροποιητικών και ανορθωτικών του μέτρων.

Με αυτόν, λοιπόν, τον αντικειμενικό σκοπό ως πυξίδα, βλέπουμε ιερείς και Αρχιερείς -πένητες πολλές φορές**– εθελοντικά και αβίαστα να διευκολύνουν τη δυσχερέστατη προσπάθεια του κυβερνήτη, στελεχώνοντας ειρηνικές διερευνητικές αποστολές και Επιτροπές με άλλα ευυπόληπτα πρόσωπα και συντάσσοντας γραπτά συμβουλευτικά υπομνήματα προς τον Καποδίστρια για την κατάσταση του χειμαζόμενου λαού.

Στις επόμενες ενότητες παραθέτω συνοπτικά ορισμένα από τα πολλά παραδείγματα αυτής της αξιοζήλευτης συνεργασίας Πολιτείας και Εκκλησίας χάριν της κοινωνικής και ηθικής αναδόμησης της Πατρίδας μας.

Παρατηρούμε, καταρχάς, κληρικούς να διαδραματίζουν ρόλο υπεύθυνο και βαρυσήμαντο στις εκλογές για τη συγκρότηση της Δ’ Εθνοσυνέλευσης του Άργους (1829) που προκήρυξε ο Καποδίστριας. Η εκλογική διαδικασία εκτυλίσσεται σε κάθε ενορία-Εκκλησία με διαφωτιστική ομιλία του εφημερίου, ο οποίος γνωστοποιούσε και τον κατάλογο των υποψηφίων για την Εθνοσυνέλευση εκπροσώπων.

Έπειτα ο κάθε ψηφοφόρος ψήφιζε, αφού ορκιζόταν στο ιερό Ευαγγέλιο ότι θα ενεργήσει κατά συνείδηση. Αξιοσημείωτος είναι ο όρκος αυτός για τους εκλογείς, που θέσπισε ο πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας και καταμαρτυρεί την ηθική του συγκρότηση και τον ανένδοτο αγώνα του για την οικοδόμηση μιας υγιούς και ακμαίας Πολιτείας:

«Εν ονόματι της Παναγίας και ομοουσίου και αδιαιρέτου Τριάδος ορκίζομαι ενώπιον του θυσιαστηρίου του Θεού της αληθείας να μη δώσω την ψήφον μου ούτε δια φιλίαν ούτε δια μίσος ούτε δια φόβον ζημίας ούτε δι’ ελπίδα προσωπικού κέρδους αλλά κατά την συνείδησίν μου και χωρίς καμμίαν προσωποληψίαν».

Οι εκλογές αυτές τελικά θα πραγματοποιηθούν με σχετική ομαλότητα χωρίς ακρότητες και με ικανοποιητικό ποσοστό συμμετοχής μέσα σ’ ένα περιβάλλον ανασφάλειας, αστάθειας, ατομισμού και απειθαρχίας. Το γεγονός αυτό αποτελεί σαφώς απόρροια και της εποικοδομητικής σχέσης κράτους και εκκλησιαστικών λειτουργών και ενισχύει την ανορθωτική προσπάθεια του Ι. Καποδίστρια.

Ένα ακόμα τεκμήριο γόνιμης συνεργασίας στις σχέσεις του Κυβερνήτη με την Εκκλησία συνιστά και η συγκρότηση της Εκκλησιαστικής Επιτροπής από πέντε Αρχιερείς. Πρόκειται για ένα από τα πρώτα μέτρα της διακυβέρνησης του Κερκυραίου ευπατρίδη με κορυφαίους στόχους τον προσδιορισμό των αναγκών εκκλησιών και Ιερών Μονών και την εν γένει αναδιοργάνωση της Εκκλησίας -η πρόοδός της είναι κεντρική προϋπόθεση της εθνικής μας ευημερίας διατυμπάνιζε- καθώς και τη διαπίστωση της θρησκευτικής, ηθικής και υλικής καταστάσεως του χειμαζόμενου λαού.

Μέσα σ’ αυτό το πεδίο στόχων η Επιτροπή περιοδεύει ακατάπαυστα, συνομιλεί, καταγράφει με ρεαλισμό και παρρησία προβλήματα και νοοτροπίες (απειθαρχία ιερέων, παραβίαση της εκκλησιαστικής τάξης, αδικαιολόγητη πολυπραγμοσύνη κληρικών, ελλείψεις υποδομής κ.λπ.).

Στις εκθέσεις της, γνώμονα σταθερό της κυβερνητικής πολιτικής, με εμπεριστατωμένο τρόπο απεικονίζει την ελληνική κοινωνία της μεταβατικής αυτής εποχής, επισημαίνοντας ελαττώματα, εγκωμιάζοντας προτερήματα, όπως την ισχυρή αντίσταση του λαού στην έρπουσα αμφισβήτηση παραδοσιακών αξιών, λόγω του ευρωπαϊκού διαφωτισμού, την ανεκτικότητα σε αλλόδοξα και αλλοεθνή πρόσωπα κ.λπ., και τονίζοντας την ανάγκη για φιλοπατρία, ομόνοια, αλληλεγγύη, νομιμοφροσύνη, δικαιοσύνη…

Γενικά δραστηριοποιείται με προσοχή, σύνεση και μετριοπάθεια απέναντι σε φαινόμενα συγκρούσεων και στο πλαίσιο κυβερνητικής παραινετικής Εγκυκλίου προς Μητροπολίτες και ιερείς στην οποία σημειώνονται και οι ακόλουθες προτροπές:

«Λαλήσατε εις τας καρδίας του λαού τον νόμον του Θεού, ορθοτομούντες τον λόγον της αληθείας. Κηρύξατε την ειρήνη. Ευαγγελίσασθε την ομόνοιαν. Διδάξατε την φιλαδελφίαν, την προς αλλήλους αγάπην… στηρίξατε τας καρδίας των πιστών…εμπνεύσατε την Αγάπην προς τον πλησίον και την υποταγή εις τας Αρχάς». Ζητεί περαιτέρω ο Καποδίστριας να είναι οι κληρικοί «συμπάσχοντες μετά των πασχόντων…».

Πολυσχιδής η συνεργασία του Κυβερνήτη με την Εκκλησιαστική αυτή Επιτροπή όπως και εν γένει με την ελλαδική Εκκλησία. Μνημονεύω δύο από τα αντιπροσωπευτικότερα παραδείγματα στον τομέα της κοινωνικής πρόνοιας και φιλανθρωπίας.

Τις ημέρες των Χριστουγέννων του 1828, ο Καποδίστριας εμπιστεύτηκε στους Αρχιερείς, Αιγίνης Γεράσιμο, Ταλαντίου Νεόφυτο και Δαμαλών Ιωνά να διανείμουν με τη βοήθεια των ιερέων 3000 γρόσια σε άπορες γυναίκες και άλλους ενδεείς. Από τα χρήματα αυτά μάλιστα επέστρεψαν, μαζί με τον απολογισμό, 700 γρόσια περίσσευμα, διότι δε βρήκαν κατά την κρίση τους μερικούς δικαιούχους.

Τον Ιούλιο εξάλλου της ίδιας χρονιάς επιφόρτισε τον πρώην Λαρίσης Κύριλλο, Τοποτηρητή Ωλένης, να διανείμει χρηματικά βοηθήματα και όταν έλαβε τη σχετική απολογιστική έκθεση διανομής των χρημάτων τού εξέφρασε την ευαρέσκειά του για «έμφρονα ζήλον του εις την διεύθυνσιν του ποιμνίου του».

Πολλές επίσης είναι και οι περιπτώσεις συνεργασίας και σύμπνοιας Εκκλησίας και Πολιτείας που διαβάζουμε στα Γενικά Αρχεία του Κράτους εκτός από τον τομέα της ανακούφισης των εμπερίστατων ανθρώπων του μικρού νεοελληνικού κρατιδίου (προσφορά εκκλησιαστικών οικημάτων ή Μονών για στέγαση ορφανών και πτωχών, δοσίματα μονών κ.λπ.).

Σταχυολογώ εδώ τη δραστηριοποίηση πολλών κληρικών με ήθος και μόρφωση, αυτόκλητων ή προσκληθέντων από τον Κυβερνήτη, οι οποίοι συμβάλλουν με τον λόγο τους, τη διδασκαλία τους και τη γραφίδα τους στην προαγωγή της εθνικής μας Παιδείας και εν γένει στην αναγεννητική προσπάθεια.

Επιπρόσθετα, εντοπίζουμε τη δημιουργία εκκλησιαστικού Σχολείου και Σχολείου μουσικής για τον καταρτισμό των υποψηφίων κληρικών, την εμμονή στους ιερούς Κανόνες καθώς και την κοινή και συντονισμένη προσπάθεια για την οργάνωση και τη χρηστή διαχείριση των εκκλησιαστικών οικονομικών και την αξιοποίηση της μοναστικής περιουσίας στο πλαίσιο ευρύτερης αγροτικής πολιτικής σε μία κοινωνία με έντονο το εγωιστικό και τοπικιστικό πνεύμα.

Αξιομνημόνευτο μάλιστα γεγονός γεωργικής πολιτικής με ευεργετικές κοινωνικές συνέπειες είναι και οι προσπάθειες του ηγούμενου της Μονής Καλαμίου Ναυπλίας Αμβροσίου Χελιδώνη, οι οποίες είχαν αρχίσει ενωρίτερα και εντείνονται την καποδιστριακή περίοδο με τη βούληση και την καθοδήγηση του Κυβερνήτη.

Εκεί ο Αμβρόσιος αναζωογονεί τη Μονή, καλλιεργώντας συστηματικά τα κτήματα, τρέφοντας ζώα και κτίζοντας υδρόμυλο. Για όλα αυτά συνεργάστηκε με πολλούς περίοικους αγρότες και ποιμένες, προσφέροντας εργασία έμμισθη και αξιοποιώντας το εργατικό δυναμικό για αρκετά δύσκολα χρόνια.

Εν κατακλείδι, πλείστα είναι τα σωζόμενα έγγραφα, που πρωτογενώς πιστοποιούν την πολύμορφη συνεργασία Εκκλησίας και καποδιστριακής Πολιτείας με το πνεύμα της συναλληλίας να τη διαποτίζει.

Στις αρχειακές πηγές αντικατοπτρίζεται και στους δύο φορείς ένα βαθύ αίσθημα αλληλοσεβασμού και σεβασμού προς τον Θεό και τον Άνθρωπο, μία συνείδηση κοινωνικής αλλά και εθνικής ευθύνης, διάθεση μετριοπάθειας, αλληλεγγύης και δικαιοσύνης. Αρετές που δεν κοσμούν δυστυχώς διαχρονικά τόσο τους πολιτειακούς όσο και τους εκκλησιαστικούς λειτουργούς.

Στις 27 Σεπτεμβρίου 1831 ο Ιωάννης Καποδίστριας δολοφονείται από τους εκπροσώπους τού λησταρχικού κοτζαμπασισμού και των ξένων συμφερόντων λίγο πριν εισέλθει ως απλός χριστιανός στον Ναό του Αγ. Σπυρίδωνα Ναυπλίου, για να παρακολουθήσει, όπως συνήθιζε, τη θεία Λειτουργία. Οπότε με τη δολοφονία του πλήρωσε βαρύ και το τίμημα του μπροστάρη.

** Αναφέρω ενδεικτικά τον Ηλιουπόλεως Άνθιμο, Τοποτηρητή Άργους και Κάτω Ναχαγιέ, ο οποίος είχε βάλει ενέχυρο την «κορώνα του» δηλ. την αρχιερατική του μίτρα, για χρήματα που είχε δανεισθεί προς κάλυψη των στοιχειωδών βιοποριστικών του εξόδων.
* Ο κ. Βασίλειος Κουδούνης είναι Ιστορικός- Φιλόλογος, MEd.