ΑΙΡΕΤΙΚΑ: Το πυροβολικό της Βόρειας Κορέας ΔΕΝ πρέπει να τρομάζει!

Στη διεθνή ειδησεογραφία και με αφορμή τις προκλήσεις του καθεστώτος της Βορείου Κορέας με τις συνεχόμενες δοκιμές βαλλιστικών πυραύλων, μέχρι και διηπειρωτικών, αλλά και την πρόσφατη δοκιμή «βόμβας υδρογόνου», ακόμα και τα πλέον έγκυρα μέσα ενημέρωσης στον κόσμο, υπερτονίζουν την «ισχυρή αποτροπή» της Βόρειας Κορέας, η οποία εδράζεται στο πυροβολικό το οποίο φέρεται να μπορεί να πλήξει την πυκνοκατοικημένη Σεούλ, προκαλώντας εκατόμβη θυμάτων. Είναι όμως έτσι;

Γράφει ο Γιώργος Αναγνωστόπουλος

Σύμφωνα με αξιόπιστες πηγές, η βορειοκορεατική απειλή, αν και ουδείς αρνείται ότι μπορεί να προξενήσει κάποιο πρόβλημα στη Νότια Κορέα, δεν είναι τόσο τρομακτική όσο παρουσιάζεται για μια σειρά από λόγους. Εισαγωγικά, να αναφερθεί ότι στην περίπτωση του Γκρόζνι της Τσετσενίας που ισοπεδώθηκε στον πόλεμο, χρειάστηκαν μήνες σφυροκοπήματος με πολύ πιο μαζικά πλήγματα, με πολύ πιο προηγμένα και σύγχρονα συστήματα πυροβολικού, από αυτά που παρατάσσει η Βόρεια Κορέα.

Ας δούμε τα πραγματικά στοιχεία. Μόνο αυτοκινούμενα πυροβόλα των 170 χλστ. (M-1978 τροποποιημένα πλέον σε M-1989) είναι οριακά και σε κάποιες περιπτώσεις εντός βεληνεκούς (δηλωμένο βεληνεκές 47 χιλ.) για να χτυπήσουν τη Σεούλ που βρίσκεται στα 56 χιλιόμετρα απόσταση από τα σύνορα. Όλα τα άλλα είναι εκτός. Παράλληλα, τα απαρχαιωμένα αυτά αυτοκινούμενα πυροβόλα μπορούν να βάλουν έως 2 βολές ανά 5 λεπτά!

Οι θέσεις των πυροβόλων αυτών είναι είδη γνωστές από χρόνια. Η Βόρεια Κορέα σε περίπτωση επίθεσης είναι υποχρεωμένη να τα μετακινήσει, κάτι που θα γίνει αμέσως αντιληπτό από τους Νοτιοκορεάτες και τους Αμερικανούς κάτι που θα σημάνει συναγερμό ότι επίκειται επίθεση, με αποτέλεσμα να υπάρχει χρόνος να αναληφθεί προληπτική δράση.

Αρχικά να αναφερθεί, ότι ο συνολικός αριθμός πυροβόλων του βορειοκορεατικού πυροβολικού είναι σε πρώτη ανάγνωση τρομακτιός: 8.600 σωλήνες και 5.500 ρουκετοβόλα. Έστω λοιπόν ότι αρχίζει η εκπομπή πυρών…

Μετά την πρώτη βολή, εντός δευτερολέπτων, τα ραντάρ αντιπυροβολικού της Νότιας Κορέας – τουλάχιστον –θα έχουν εντοπίσει τις νέες θέσεις και θα τα χτυπήσουν πριν καν προλάβουν να ρίξουν δεύτερη βολή.

Άρα η ιστορία περί ισοπέδωσης της Σεούλ από το βορειοκορεατικό πυροβολικό είναι ένας υπερεκτιμημένος «ψυχολογικός μύθος» που χρησιμοποιεί ως αποτροπή η Βόρεια Κορέα. Αντιθέτως, πολλές άλλες μικρότερες πόλεις, βασικές υποδομές και στρατιωτικές εγκαταστάσεις είναι εντός βεληνεκούς του πυροβολικού της Πιονγκ Γιανγκ, κατά μήκος των συνόρων.

Ως απόδειξη των ανωτέρω ισχυρισμών, να υπενθυμίσουμε, ότι παρόλο που το πυροβολικό της Βόρειας Κορέας θεωρείται το πλέον καλά εκπαιδευμένο στρατιωτικό σώμα του βορειοκορεατικού Στρατού, όταν επιτέθηκε κατά της νήσου Yeonpyeong της Νότιας Κορέας, δεν τα πήγε και πολύ καλά, προδίδοντας την αδυναμία του.

Έριξε 240 (κατ’ άλλους 170) βολές πυροβολικού, από τις οποίες μόνο 80 χτύπησαν το νησί καθώς οι υπόλοιπες έπεσαν στην θάλασσα, δηλαδή ποσοστό αστοχίας άνω του 50% σε έναν τεράστιο στόχο, ενώ και από τα 80 βλήματα που χτύπησαν το νησί, τα 20 δεν εξερράγησαν, δηλαδή ποσοστό 25% αφλογιστίας!

Οι εκ των υστέρων μελέτες του επεισοδίου αυτού, απέδειξαν ότι όλες οι βολές δεν είχαν συγκεκριμένη στόχευση αλλά ήταν τυχαίες. Εάν λάβει κανείς υπόψη ότι η επίθεση αυτή είχε προετοιμαστεί για εβδομάδες από τον βορειοκορεατικό Στρατό, τίθενται εξ ορισμού πολλά ερωτήματα ως προς την αποτελεσματικότητα και τη μαχητική ισχύ του.

Να συμπληρώσουμε εδώ, ότι το πυρηνικό πρόγραμμα της Βόρειας Κορέας ΔΕΝ αποτελεί απειλή, κυρίως έστω, για την Νότια Κορέα – υπό την προϋπόθεση ότι το καθεστώς είναι λογικό – λόγω εγγύτητας (αναλόγως της φοράς του ανέμου, οι επιπτώσεις θα μπορούσαν εύκολα να πλήγουν τη Βόρεια Κορέα) και χρησιμοποιείται ως αποτρεπτική απειλή από τη Βόρεια Κορέα, γι’ αυτό και οι απειλές στρέφονται κυρίως προς τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ιαπωνία.

Θα πρέπει να σημειώσουμε επίσης, ότι το σύνολο σχεδόν των τύπων του συστημάτων πυροβολικού της Βόρειας Κορέας δεν βρίσκεται εδώ και χρόνια σε χρήση από τους κατασκευαστές τους, δηλαδή τη Ρωσία και την Κίνα. Με απλά λόγια, είναι παντελώς ξεπερασμένα, ενώ αυτή η κατάσταση δημιουργεί σοβαρά ζητήματα στην υποστήριξη των συστημάτων.