CFR: Ο επόμενος πόλεμος ανάμεσα στο Ισραήλ και τη Χεζμπολάχ…

Κατά τη διάρκεια των ετών της κυβέρνησης Ομπάμα, οι ανησυχίες για την κατάσταση ασφαλείας του Ισραήλ επικεντρώθηκαν στο πρόγραμμα πυρηνικών όπλων του Ιράν. Σήμερα, η εστίαση αλλάζει: στην αυξανόμενη ιρανική στρατιωτική παρουσία στη Συρία, στην αυξανόμενη στρατιωτική δύναμη της Χεζμπολάχ και στη δυνατότητα μιας καταστροφικής σύγκρουσης μεταξύ Ισραήλ και Χεζμπολάχ.

Του Έλιοτ Άμπραμς
ΠΗΓΗ: Council of Foreign Relations

Αυτό είναι το αντικείμενο ενός νέου άρθρου στο Strategic Assessment, του περιοδικού του Ινστιτούτου Μελετών Εθνικής Ασφάλειας (INSS) του Ισραήλ. Με τίτλο «Πολιτικά και στρατιωτικά – Το περίγραμμα της επόμενης σύγκρουσης με τη Χεζμπολάχ», από τον Γεδεών Σά’αρ και τον Ρον Τίρα. Ο Τίρα είναι στρατηγιστής, ο οποίος υπήρξε επί μακρόν αξιωματικός και πιλότος ισραηλινών δυνάμεων, ο Σάαρ είναι ένας ισραηλινός πολιτικός με επιρροή, ο οποίος ήταν για 11 χρόνια εκπρόσωπος του Λικούντ στην Κνέσετ.

Είναι επικίνδυνο να προσπαθήσουμε να συνοψίσουμε ένα περίπλοκο και με πολλές φορές ανησυχητικό κείμενο, αλλά θα προσπαθήσω. Πρώτον, ο πόλεμος είναι πιθανός: «Μια σύγκρουση θα μπορούσε να ξεσπάσει εξαιτίας ενός εσφαλμένου υπολογισμού, μιας αποτυχίας στη στρατηγική επικοινωνία ή μιας ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης».

Η συσσώρευση όπλων ακριβείας της Χεζμπολάχ αποτελεί τεράστια απειλή για το Ισραήλ, καθώς και η αυξανόμενη ιρανική παρουσία στη Συρία. Μαζί, αυτό μπορεί να αποτελέσει «μια προσπάθεια από το Ιράν και τη Χεζμπολάχ να επιτύχουν στρατηγική ισορροπία με το Ισραήλ ή ακόμη και να αποκτήσουν την ικανότητα να εξαπολύσουν πλήγμα που θα προκαλέσει σημαντική ζημιά σε κρίσιμα (στρατιωτικά και πολιτικά) συστήματα στο Ισραήλ». Πώς θα γίνει αυτό;

Υπό συγκεκριμένη έννοια, το Ισραήλ είναι ασυνήθιστα ευάλωτο σε όπλα ακριβείας, καθώς από τη μια είναι μια δυτική χώρα με προηγμένη κρίσιμη υποδομή και από την άλλη είναι μια μικρή χώρα με συγκεντρωμένες τις κρίσιμες υποδομές και λίγο ελεύθερο χώρο. Όσον αφορά την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας στο Ισραήλ, για παράδειγμα, από την ικανότητα παραγωγής περίπου 17.600 MW ηλεκτρικής ενέργειας, το 28% είναι εγκατεστημένο μόνο σε δύο τοποθεσίες (με 10 μονάδες παραγωγής, για παράδειγμα).

Οι έξι μεγαλύτερες εγκαταστάσεις παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στο Ισραήλ (συμπεριλαμβανομένων και των ιδιωτικών) αντιπροσωπεύουν το 51% της εθνικής ικανότητας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας (χρησιμοποιώντας μόνο 26 μονάδες παραγωγής).

Έτσι, η απειλή που αντιπροσωπεύει ακόμη ένας μικρός αριθμός πυραύλων ακριβείας που διασπούν τα ισραηλινά αντίμετρα και πλήττει κρίσιμα συστήματα, όπως η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, μπορεί να είναι άνευ προηγουμένου.

Η εικόνα είναι παρόμοια σε σχέση με άλλα κρίσιμα συστήματα, όπως η εθνική διαχείριση ηλεκτρικής ενέργειας, η υποδομή φυσικού αερίου, η αφαλάτωση θαλασσίου ύδατος (μόνο πέντε εγκαταστάσεις παρέχουν περίπου το ήμισυ του πόσιμου νερού του Ισραήλ), και πολλά άλλα παραδείγματα από τον πολιτικό ή τον στρατιωτικό τομέα.

Πώς θα έπρεπε τότε να ενεργήσει το Ισραήλ; «Το Ισραήλ πρέπει να ορίσει κόκκινες γραμμές, συμπεριλαμβανομένης της απόκτησης όπλων ακριβείας της Χεζμπολάχ και ιδιαίτερα της κατασκευής πυραύλων ακριβείας στο έδαφος του Λιβάνου, καθώς και τη μελλοντική ανάπτυξη στη Συρία ιρανικών όπλων υψηλής καταστρεπτικής δυνατότητας (όπως προηγμένων βλημάτων επιφανείας-αέρος, παράκτιων συστοιχιών πυραύλων κατά στόχων επιφανείας και βλήματα ακριβείας επιφανείας-επιφανείας) και να είναι προετοιμασμένο να προχωρήσει σε μια διαδικασία κλιμάκωσης – όσο είναι απαραίτητο – για να εξαλείψει αυτή τη συσσώρευση».

Επιπρόσθετα στην ανάπτυξη του οπλοστασίου της Χεζμπολάχ, η παρουσία των ιρανικών δυνάμεων στη Συρία είναι μια νέα εξέλιξη που δεν υπήρχε όταν η Χεζμπολάχ και το Ισραήλ πολέμησαν για τελευταία φορά, το 2006.

Ως εκ τούτου, το Ισραήλ πρέπει να εξετάσει εάν θα καθορίσει μια κόκκινη γραμμή ιρανικής στρατιωτικής ανάπτυξης δυνάμεων στη Συρία και, αν ναι, να είναι προετοιμασμένο να προχωρήσει σε κλιμάκωση, μέχρι του σημείου που θα είναι αναγκαίο για να αποτρέψει αυτή την ανάπτυξη.

Η αυξανόμενη ιρανική στρατιωτική παρουσία στη Συρία θα μπορούσε να αναγκάσει τον Ισραήλ να εξετάσει τα θέατρα της Συρίας και του Λιβάνου ως ενιαίο σύνολο. Το Ισραήλ θα πρέπει να εξετάσει εάν θα συνεχίσει να δέχεται την ιρανική δραστηριότητα μέσω αντιπροσώπων και των συγκαλυμμένων δυνάμεών του και να επιχειρεί εναντίον αυτών των πληρεξουσίων – ή να ενεργήσει ευθέως εναντίον του Ιράν.

Γιατί όλα αυτά συμβαίνουν τώρα; Οι Σά’αρ και Τίρα θεωρούν ότι η JCPOA, η πυρηνική συμφωνία της κυβέρνησης Ομπάμα με το Ιράν, μπορεί να είναι ο ένοχος:

Πράγματι, είναι πιθανό η προσωρινή και μερική αναστολή του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν να αποτελέσει κίνητρο για μια προσπάθεια επίτευξης στρατηγικής ισορροπίας κατά του Ισραήλ σε άλλους τομείς (σε κάποιο βαθμό ως αποζημίωση για την αναστολή του πυρηνικού προγράμματος), με αποτέλεσμα μια δυναμική κλιμάκωσης. Αυτές οι διαδικασίες θα μπορούσαν πολύ εύκολα να οδηγήσουν το περιφερειακό σύστημα [ασφαλείας] σε σταυροδρόμι και να αυξήσουν την πιθανότητα του πολέμου.

Υπάρχει μια ακόμη νέα εξέλιξη: Ο ρόλος της Ρωσίας στη Συρία, ο οποίος δεν υπήρχε κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης του 2006. Όπως σημειώνουν οι συγγραφείς, «οποιεσδήποτε εχθροπραξίες στα βόρεια σύνορα του Ισραήλ θα μπορούσαν να συμπεριλάβουν ή να μεταφερθούν στη Συρία για μια σειρά από λόγους».

Η ρωσική παρουσία κάνει ολόκληρο το πλαίσιο διαφορετικό:

Το Ισραήλ έχει την ικανότητα να αποτελέσει πραγματική απειλή για το καθεστώς των Αλαουιτών και να υποβαθμίσει τις δυνάμεις που τους υπερασπίζονται σημαντικά. Η επέκταση των συγκρούσεων στη Συρία και σε ορισμένες περιπτώσεις σύγκρουση στο Λίβανο που προβάλλεται μέσα στη Συρία θα μπορούσε να παρεμβληθεί στις προσπάθειες της Ρωσίας να σταθεροποιήσει τη δική της τάξη (order) στη Συρία.

Ως εκ τούτου, η Ρωσία θα μπορούσε να προσπαθήσει να περιορίσει την πολιτική, στρατηγική, ακόμη και την επιχειρησιακή ελευθερία του Ισραήλ να δράσει. Ταυτόχρονα, η Ρωσία είναι ένα νέο στοιχείο που επηρεάζει τη συμπεριφορά, τη συγκράτηση και τη στρατιωτική ανάπτυξη όλων των μερών, τη φύση οποιασδήποτε πιθανής διευθέτησης στη Συρία και τους πιθανούς μηχανισμούς για τον τερματισμό μιας σύγκρουσης.

Ο νέος ρόλος της Ρωσίας στην αρένα θα μπορούσε να πειθαναγκάσει το Ισραήλ και να του επιτρέψει να επιτύχει πολιτικούς και στρατηγικούς στόχους με τη χρήση σύντομης, περιορισμένης και σταδιακά κλιμακούμενης χρήσης βίας, σε συνδυασμό με πολιτικό διάλογο με τη Ρωσία και τις Ηνωμένες Πολιτείες – και είναι πιθανό ότι σε ορισμένες περιπτώσεις, ένα τέτοιο πλαίσιο θα πρέπει να είναι η καθοριστική ιδέα της σύλληψης/αντίληψης (concept) του Ισραήλ για το πώς θα μάχεται σε αυτό το περιβάλλον.

Όλα αυτά σημαίνουν ότι το Ισραήλ πρέπει τώρα να αποφασίσει, σε οποιαδήποτε σύγκρουση, ποιος είναι ο εχθρός: «Ο προφανής εχθρός είναι η Χεζμπολάχ, αλλά το Ισραήλ μπορεί επίσης να θεωρήσει ως εχθρό τη Δημοκρατία του Λιβάνου, έναν ισχυρισμό ολοένα και πιο έγκυρο, καθώς η Χεζμπολάχ γίνεται ο βασικός «παίκτης» Λίβανο. Ο εχθρός θα μπορούσε να οριστεί ως ο άξονας Ιράν-Χεζμπολάχ και το καθεστώς των Αλαουιτών – και αυτό εντείνεται καθώς ο σιιτικός άξονας επεκτείνει τις φιλοδοξίες του για εδραίωση στη Συρία».

Ο επόμενος πόλεμος είναι ένας πόλεμος που δεν θα «κερδηθεί» από το Ισραήλ ή τη Χεζμπολάχ. Οι ρεαλιστικοί πολεμικοί αντικειμενικοί σκοποί του Ισραήλ δεν θα αντιστοιχούν με τις ζημιές που θα υποστεί – και τις ζημιές τις οποίες αναγκαστικά θα προκαλέσει. Όπως γράφουν ο Σά’αρ και ο Τίρα.

Υπάρχει μόνο ένα περιορισμένο εύρος «θετικών» και εφικτών στόχων τους οποίους το Ισραήλ μπορεί να ελπίζει να επιτύχει από τη Χεζμπολάχ και τον Λίβανο.

Ενώ ο σκοπός μιας ένοπλης σύγκρουσης είναι πάντα πολιτικός, σε πολλά πλαίσια είναι δύσκολο να βρεθεί ένας πολιτικός στόχος που να είναι έχει και νόημα και να είναι εφικτός με λογικό κόστος και αυτός είναι ο λόγος της βασικής έλλειψης αξίας που μπορεί να εντοπιστεί σε μια στρατιωτική σύγκρουση Ισραήλ-Χεζμπολάχ.

Αυτό συμβαίνει επειδή η Ρωσία δεν μπορεί να εκδιωχθεί, ο Λίβανος θα παραμείνει κατά το ήμισυ περίπου σιιτικός και η Χεζμπολάχ θα επιζήσει – όπως και η σχέση της με το Ιράν.

Μετά τον πόλεμο, η πιο εύσχημη υπόθεση είναι ότι η Χεζμπολάχ θα ανοικοδομήσει, όπως έπραξε μετά το 2006. Αλλά η Χεζμπολάχ δεν θα επιτύχει τίποτα θετικό σε μια τέτοια σύγκρουση, υποφέροντας τεράστιες ζημιές και φέρνοντας τεράστια καταστροφή στον Λίβανο. Το μόνο πιθανό «κέρδος» τέτοιας σύγκρουσης είναι η ζημιά που θα προξενήσει στο Ισραήλ. Υπό μία έννοια, αυτό είναι το μόνο «καλό νέο»:

Ως εκ τούτου, στο θεμελιακό επίπεδο και οι δύο πλευρές έχουν μόνο μέτριες «θετικές», ζωτικές και εφικτές επιθυμίες ο ένας από τον άλλον (για παράδειγμα, δεν υπάρχει πολύτιμο περιουσιακό στοιχείο που να επιθυμούν και οι δύο πλευρές – όπως το Ισραήλ και η Αίγυπτος αντιμετώπιζαν το Σινά και τη διώρυγα του Σουέζ 1973).

Επομένως, και οι δύο πλευρές θα πρέπει να έχουν μεγάλα ερωτηματικά αναφορικά με τη σχέση κόστους-οφέλους μιας σύγκρουσης υψηλής έντασης. Αυτός είναι ένας σημαντικός παράγοντας σταθεροποίησης και (αυτό)συγκράτησης.

Εάν έρθει ο πόλεμος, το Ισραήλ πρέπει να προσπαθήσει να πετύχει τη μεγαλύτερη δυνατή ζημιά στη Χεζμπολάχ όσο το δυνατόν γρηγορότερα, ενώ φυσικά θα προσπαθεί να περιορίσει τις ζημιές που θα προκληθούν στο Ισραήλ και τις υποδομές του.

Αυτό συντείνει υπέρ της προσπάθειας περιορισμού της διάρκειας του πολέμου, επειδή «υπάρχει ισχυρός δεσμός μεταξύ της έκτασης των ζημιών που θα προκληθεί στη Χεζμπολάχ και του στρατιωτικού και πολιτικού κόστους που θα καταβάλει το Ισραήλ για την πρόκληση αυτής της καταστροφής».

Για να ειπωθεί με διαφορετικό τρόπο, «μπορούμε να υποθέσουμε ότι υπάρχει άμεση σχέση μεταξύ της διάρκειας της σύγκρουσης και του πολιτικού και στρατιωτικού κόστους που πρέπει να καταβληθεί από το Ισραήλ».

Αυτό δεν υπονοεί απαραίτητα ότι το Ισραήλ πρέπει, από την πρώτη ημέρα μιας σύγκρουσης, να μεταφέρει ολόκληρε τις ένοπλες δυνάμεις του (IDF) στον Λίβανο (κάτι που δεν το έκανε το 2006 και οδήγησε στην κριτική ότι το βάρος έπεσε υπερβολικά στην Πολεμική Αεροπορία στις πρώτες ημέρες του πολέμου), επειδή «από το 2006 η φύση της απειλής άλλαξε και η χερσαία επίθεση που ήταν κατάλληλη το 2006, πιθανόν δεν θα μπορούσε να επιτύχει το ίδιο όφελος σήμερα».

Μια σαφής συμβουλή του Τίρα και του Σά’αρ, είναι ότι όλα αυτά τα ζητήματα πρέπει να συζητηθούν τώρα, όχι όταν ξεκινήσει μια πιθανή σύγκρουση. Συμπληρώνουν το άρθρο τους γράφοντας ότι ο επόμενος πόλεμος δεν θα τελειώσει «κομψά».

Το Ισραήλ δεν θα είναι αναγκαστικά εκείνο που θα ρίξει τον τελευταίο πυροβολισμό, η Χεζμπολάχ πιθανότατα δεν θα «συνθηκολογήσει» και θα συνεχίσει να αναπτύσσει τις ικανότητές της και η Χεζμπολάχ υποθετικά θα συνεχίσει να προωθεί το αφήγημα της δικής της «νίκης».

Αυτή είναι μια «προωθημένη», ώριμη και όχι ένδοξη αφήγηση, η οποία πρέπει να προετοιμαστεί εκ των προτέρων. Για να οικοδομηθεί συνοχή από την πλευρά του Ισραήλ, ένα τέτοιο αφήγημα πρέπει να παρουσιαστεί εκ των προτέρων στο πολιτικό, στρατιωτικό και δημόσιο επίπεδο στο Ισραήλ.

Με άλλα λόγια, δεν θα υπάρξει ολοκληρωτική νίκη που θα μοιάζει με το 1967 σε έναν τέτοιο πόλεμο. Ορισμένα από τα πιθανά οφέλη δεν θα είναι καν ορατά μέχρι να περάσει ο καιρός: εάν ο πόλεμος αποτελέσει μια μόνιμη αποδυνάμωση των φιλοδοξιών του Ιράν στη Λεβαντίνη και ειδικά στον Λίβανο, περιορίσει την ανάπτυξη του οπλοστασίου της Χεζμπολάχ στην περίοδο μετά τον πόλεμο και ενισχύσει την αποτροπή του Ισραήλ, ώστε μια άλλη σύγκρουση δεν θα συμβεί, ή θα αναβληθεί για πολύ καιρό.

Ο Τίρα και ο Σά’αρ έχουν γράψει μια πλούσια, προσεκτική, στοχαστική και από πολλές απόψεις ανησυχητική ανάλυση. Αλλά, όπως ελπίζω γίνεται σαφές από αυτή την προσπάθεια να συνοψιστούν οι απόψεις τους, είναι μια ανάλυση που ανταμείβει καλά μια προσεκτική ανάγνωση.