Δύο περιπολικά ανοικτής θάλασσας αγοράζει η Κύπρος!

Αποστολή με email Αποστολή με email |
Print Friendly Print Get a PDF version of this webpage PDF

Η προμήθεια δύο περιπολικών σκαφών ανοικτής θαλάσσης (OPV: Open Sea Patrol Vessel) περιλαμβάνεται στις εξοπλιστικές δαπάνες για το 2013 που ενέκρινε η Κυπριακή Βουλή, σύμφωνα με αποκλειστικές και απόλυτα επιβεβαιωμένες πληροφορίες του «defence-point.gr».

Ο προϋπολογισμός του σχετικού προγράμματος ανέρχεται σε 120 εκατ. ευρώ, αλλά πληροφορίες για το χρονοδιάγραμμα υλοποίησης του και τις επιχειρησιακές και τεχνικές προδιαγραφές των σκαφών δεν έχουν γίνει ακόμη γνωστές.

Σε κάθε περίπτωση σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, όπου στο εξοπλιστικό πρόγραμμα της Κυπριακής Δημοκρατίας σε ετήσια βάση συστηματικά επαναλαμβανόταν το πρόγραμμα πρόσκτησης ταχέων σκαφών κρούσης αλλά με τον ενδεικτικό προϋπολογισμό των 10 κυπριακών λιρών (!), που κατά τους γνώστες αποτελούσε ένδειξη ύπαρξης της επιχειρησιακής ανάγκης αλλά όχι της απόφασης χρηματοδότησης, η αναφορά στο εξοπλιστικό πρόγραμμα για το 2013 είναι απόλυτα σαφής.

Φυσικά δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση για να γίνει αντιληπτό ότι η απόφαση της Κύπρου για την προμήθεια των δύο περιπολικών ανοικτής θαλάσσης είναι άμεσα συνδεδεμένη με την έναρξη, σε συνεργασία με το Ισραήλ, των υποθαλάσσιων ενεργειακών πόρων, στην ΑΟΖ της Δημοκρατίας.

Τα υφιστάμενα πλωτά μέσα που επιχειρεί σήμερα η Διοίκηση Ναυτικού του Γενικού Επιτελείου της Εθνικής Φρουράς (όπως το Παράκτιο Περιπολικό «ΓΕΩΡΓΙΟΥ» που απεικονίζεται στη συνημμένη φωτογραφία), λόγω εκτοπίσματος, αισθητήρων και οπλισμού είναι ανεπαρκή για την ανάληψη του επιχειρησιακού έργου που απορρέει από την οικονομική εκμετάλλευση της κυπριακής ΑΟΖ.

Αποτελεί δε έμπρακτη απόδειξη της αποφασιστικότητας του Κυπριακού Ελληνισμού να λάβει όλα εκείνα τα μέτρα που θα δημιουργήσουν τις υποδομές και τις δυνατότητες ώστε να προασπίσει τα δικαιώματά του αλλά και τις υποχρεώσεις (ασφάλεια, επιτήρηση) που απορρέουν από τη νέα πραγματικότητα που διαμορφώνει η έναρξη της εμπορικής εκμετάλλευσης των υποθαλάσσιων κοιτασμάτων.

Και αυτό ενώ η Κύπρος βρίσκεται εντός του περιβόητου «μνημονίου», όπου η δημοσιονομική εξυγίανση (εντός και εκτός εισαγωγικών) αποτελεί την a priori υψηλότερη προτεραιότητα.

Όμως αποδεικνύεται, ότι η Κύπρος ξέρει να ιεραρχεί τις προτεραιότητες της και να προωθεί συστηματικά την επίτευξη των εθνικών αντικειμενικών της σκοπών, ακόμα και σε ένα περιβάλλον όπου κυριαρχεί… η λογιστική αποτίμηση των πραγμάτων. Άραγε, μήπως θα έπρεπε και η ελληνική κυβέρνηση να προβληματιστεί από αυτό και να αρχίσει να λαμβάνει εκείνα τα μέτρα που απαιτούνται για τη διατήρηση (τουλάχιστον) της στρατιωτικής ισχύος της χώρας και της ικανότητας προάσπισης της εδαφικής της ακεραιότητας και των ΖΩΤΙΚΩΝ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΩΝ της;

Επιστρέφονας στο κυπριακό πρόγραμμα, θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθούμε στη δυναμική εμφάνιση των πρώτων «μνηστήρων» για την υλοποίηση του. Το Ισραήλ και η Γαλλία έχουν ήδη κάνει δυναμική εμφάνιση στο προσκήνιο, με τη δεύτερη μάλιστα να έχει αποστείλει την κατασκευής DCNS γαλλική κορβέτα «L’Adroit», τύπου Gowind, σε επίσημη επίσκεψη στη Λεμεσό για το διάστημα 24 ως 26 Ιανουαρίου 2013.

Η ΕΛΛΑΔΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ

Υπό φυσιολογικές συνθήκες η απόφαση της Κυπριακής Βουλής για τη χρηματοδότηση του προγράμματος προμήθειας των δύο περιπολικών ανοικτής θαλάσσης θα έπρεπε να είχε ήδη κινητοποιήσει την ελληνική κυβέρνηση.

Παρά τις διακυμάνσεις και τα ατυχή περιστατικά (για παράδειγμα η υποστήριξη του σχεδίου Ανάν από πολλές πλευρές του ελλαδικού πολιτικού κόσμου, το οποίο όμως απορρίφθηκε με συντριπτική πλειοψηφία από τον Κυπριακό λαό) και καταστροφές (η τουρκική εισβολή του 1974) του παρελθόντος οι σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου ήταν, είναι και θα παραμείνουν σχέσεις ΑΙΜΑΤΟΣ αφού Ελλαδίτες και Κύπριοι αποτελούν αναπόσπαστα μέρη του Ελληνισμού.

Ότι και όποτε κι αν συμβεί, ακόμη και το ότι η Κύπρος… «είναι μακριά» (οι αναγνώστες μεγαλύτερης ηλικίας σίγουρα θυμούνται την έκφραση…), η Ελλάδα σε ΚΑΘΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ θα είναι δίπλα στην Κύπρο για να προστατεύσει την εδαφική της ακεραιότητα, την ανεξαρτησία της και τα ζωτικά της συμφέροντα με κάθε δυνατό μέσο.

Αυτό δεν αποτελεί μελοδραματισμό ή πατριδοκαπηλεία, ούτε ερέθισμα στον συναισθηματισμό του Κυπριακού λαού, αλλά ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ.

Πραγματικότητα που μάλιστα είναι αμφίδρομη και ζωντανή. Ας θυμηθούμε μόνο ότι καθώς η οικονομική κρίση που μας πλήττει κάλπαζε ανεξέλεγκτη και η νήσος είχε ήδη υποστεί σοβαρή ζημιά από τη διαγραφή ελληνικού χρέους, στην Κύπρο όχι μόνο εκδηλώθηκαν πολλές πρωτοβουλίες αλληλεγγύης αλλά και ένα από τα κυπριακά κόμματα, ο Δημοκρατικός Συναγερμός (ΔΗΣΥ) μέσω του προέδρου του, ζήτησε με επιστολή του από την κυπριακή κυβέρνηση να αναλάβει τα έξοδα της Ελληνικής Δύναμης Κύπρου (ΕΛΔΥΚ).

Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι από τη δεκαετία του 1980 η Κύπρος πολλές φορές στράφηκε στην ελληνική αμυντική βιομηχανία για την κάλυψη των αναγκών της σε διάφορα συστήματα, μέσα, πυρομαχικά και υλικά, τοποθετώντας παραγγελίες ακόμη και στις περιπτώσεις που διάφοροι ανταγωνιστές προσέφεραν τα ίδια προϊόντα σε χαμηλότερη τιμή. Ο λόγος δεν ήταν μόνο οι δεσμοί αίματος μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου, αλλά και το γεγονός ότι σε όλες τις περιπτώσεις ήταν διασφαλισμένο ότι θα υπήρχε συνεχής και διαχρονική υποστήριξη, χωρίς εκπτώσεις, περιορισμούς ή αιρέσεις.

Καθώς η Κύπρος δεν διαθέτει τη ναυπηγική και βιομηχανική υποδομή για την εγχώρια κατασκευή των δύο περιπολικών είναι αυτονόητο ότι θα επιλεγεί κατασκευαστής από μία άλλη χώρα.

Σε συνέχεια του σκεπτικού της χθεσινής αναφοράς μας για το μέλλον της ελληνικής ναυπηγικής βιομηχανίας (την ανάλυση με τίτλο «Εθνική ναυπηγική βιομηχανία: Δουλειά νάτη, δεν τη βλέπουν» μπορείτε να διαβάσετε στον σύνδεσμο http://www.defence-point.gr/news/?p=67147), για πλειάδα λόγων, εθνικών, πολιτικών, οικονομικών, επιχειρησιακών και βιομηχανικών, ο κατασκευαστής αυτός θα πρέπει να προέρχεται από την Ελλάδα.

Και εξηγούμαστε:

>Τόσο η Κύπρος, όσο και η Ελλάδα, αλλά και το Ισραήλ, προκειμένου να διασφαλίσουν την ασφάλεια και άμυνα των αποκλειστικών οικονομικών ζωνών (ΑΟΖ) τους, οι οποίες αποτελούν de facto συνιστώσες του ενεργειακού διαδρόμου Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ που από τις παρυφές της Μέσης Ανατολής αναμένεται να εγγυηθεί την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης τις επόμενες δεκαετίες, θα χρειαστούν επέκταση των ναυτικών δυνατοτήτων τους, που φυσικά θα περιλαμβάνει και την πρόσκτηση μονάδων επιτήρησης με επιχειρησιακά και τεχνικά χαρακτηριστικά που ανταποκρίνονται σε αυτά των πλοίων που σήμερα διεθνώς χαρακτηρίζονται ως περιπολικά ανοικτής θαλάσσης (OPV).

>Η ενοποίηση των προγραμμάτων των τριών χωρών στο πλαίσιο διακρατικής συμφωνίας, στη βάση μίας ελληνικής σχεδίασης, είναι προφανές ότι θα αυξήσει τον αριθμό των πλοίων που θα ναυπηγηθεί και θα επιφέρει οικονομίες κλίμακας. Επιπρόσθετα στο πλαίσιο της ίδιας συμφωνίας θα μπορούσε να γίνει και η χρονική κατανομή της ναυπήγησης των πλοίων του κοινού προγράμματος ώστε να ικανοποιηθούν οι επιχειρησιακές προτεραιότητες αλλά και οι οικονομικές δυνατότητες της κάθε χώρας τη δεδομένη περίοδο.

>Η επιχειρησιακή αξιοποίηση από τη Διοίκηση Ναυτικού της Εθνικής Φρουράς και το ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό ομοιότυπων πλοίων, σαφώς συνεπάγεται πολύ μεγάλα οφέλη στη συντήρηση, τεχνική υποστήριξη και εκπαίδευση, αφού η πρώτη θα μπορεί να εκμεταλλευτεί στο έπακρο και χωρίς εκπτώσεις ή περιορισμούς την τεχνογνωσία και τις δυνατότητες του Πολεμικού Ναυτικού, και κατ’ επέκταση της εθνικής ναυπηγικής βιομηχανίας.

>Στο παραπάνω σχήμα είναι ελκυστική και η συμμετοχή του Ισραήλ και ειδικότερα της βιομηχανίας του, που ενώ στο ναυπηγικό τομέα δεν έχει να επιδείξει κάτι το ιδιαίτερο, εν τούτοις ιδιαίτερα στους τομείς των αισθητήρων, όπλων και συστημάτων διοίκησης και ελέγχου, έχει εντυπωσιακές παραγωγικές δυνατότητες. Η δε προοπτική της ισραηλινής βιομηχανίας να συμμετάσχει ως πάροχος αισθητήρων, όπλων και συστημάτων διοίκησης και ελέγχου στο εξ ορισμού διευρυμένο διακρατικό πρόγραμμα είναι σαφώς πιο επωφελής από την ανάληψη του ισραηλινού προγράμματος (ούτως ή άλλως θεωρείται δεδομένη) ή τη διεκδίκηση του κυπριακού προγράμματος (όπου θα αντιμετωπίσει τον ανταγωνισμό και άλλων υποψηφίων «μνηστήρων»).


Όπως φαίνεται από τα παραπάνω τα κομμάτια του πάζλ αρχίζουν σιγά – σιγά να μπαίνουν στη θέση τους, και το μόνο που απαιτείται είναι να ενεργοποιηθεί άμεσα η ελληνική κυβέρνηση και να συνθέσει την τελική εικόνα.

Το προτεινόμενο σχέδιο, υπόσχεται πολλά στον πολιτικό, οικονομικό, επιχειρησιακό και βιομηχανικό τομέα, εκμεταλλεύεται στο μέγιστο τις συνέργειες, ενισχύει και εμβαθύνει τις διακρατικές σχέσεις και μπορεί να αποτελέσει πρότυπο για την επανάληψη του και σε άλλους τομείς της οικονομίας με τους ίδιους ή και άλλους εταίρους.

Για μία χώρα και μία δημόσια διοίκηση η οποία ποτέ στο παρελθόν δεν προσέδωσε τέτοιο περιεχόμενο στις διακρατικές σχέσεις, το έργο της υλοποίησης μπορεί να φαντάζει τιτάνιο ή και υπερφιλόδοξο.

Όμως στην πράξη είναι ΑΠΟΛΥΤΑ ΡΕΑΛΙΣΤΙΚΟ.