Κύπρος: Η γελοιότητα όσων υποστηρίζουν… την ΟΠΟΙΑ λύση

Οι επιλογές ενός λιγότερο ισχυρού κράτους στις σχέσεις του με τα ισχυρότερα κράτη δεν περιορίζονται μόνον μεταξύ υποταγής/υποτέλειας και ρήξης/απομόνωσης. Το ζήτημα που τίθεται για μία λιγότερο ισχυρή χώρα στις σχέσεις της με τις ισχυρές είναι το πως αγωνίζεται επιτυχώς για ισότιμες και ισόρροπες σχέσεις.

Γράφει ο Χρήστος Ιακώβου*

Στην Κύπρο του 2017, επειδή κάποιοι θεωρούν ότι είμαστε ένοχοι για το ό,τι συνέβη το 1974 μάς συμβουλεύουν να αυτοκτονήσουμε. Με άλλα λόγια το να υποστηρίζεις λύση «δίκαιη» και «βιώσιμη» στη βάση ενός «εντίμου» συμβιβασμού σημαίνει κατ’ ανάγκη υποτέλεια και συρρικνώσεις κυριαρχίας.

Όπως για παράδειγμα, να υποστηρίζεις μία λύση στη βάση του διοικητικού και γεωγραφικού διαχωρισμού της Κύπρου, με παραχωρήσεις μάλιστα αριθμητικής ισότητας ή ακόμη συγκυριαρχίας στην κεντρική κυβέρνηση και να παζαρεύεις την εκ περιτροπής προεδρία αλλά αυτή τη λύση να την ονομάζεις «επανένωση» και να έχεις την ψευδαίσθηση ότι αυτό αποτελεί υλοποίηση του στρατηγικού σου στόχου δηλαδή της απελευθέρωσης της πατρίδας σου από την Τουρκία.

Αυτή η ειδοποιός ποιοτική διαφορά υπήρξε η αντανάκλαση της ορθολογικής λειτουργίας της πλειοψηφίας των Ελλήνων της Κύπρου στο δημοψήφισμα του 2004, που δεν υποχώρησε στις έξωθεν απειλές και στις έσωθεν δημοκοπίες, οι οποίες έθεσαν σε κίνδυνο τα θεμιτά ζωτικά συμφέροντα του κυπριακού κράτους.

Αυτή η εξωελληνική νοοτροπία στην Κύπρο, τόσο πριν όσο και μετά από το δημοψήφισμα του 2004, δεν λαμβάνει υπόψη αυτό τον αντικειμενικό παράγοντα που αφορά το διεθνές σύστημα και την μετεξέλιξή του, τείνοντας να εκλαμβάνει τις επιλογές της ελληνικής πλευράς μπροστά στο εκβιαστικό δίλημμα: μεταξύ υποταγής στα ηγεμονικά αμερικανοβρετανικά κελεύσματα (Ναι) ή της απομόνωσης (Όχι).

Στην ουσία το δίλημμα αυτό εξυπηρετεί «απτά ξένα συμφέροντα» που εκφράζονται από ντόπιους αχθοφόρους και από αφελείς που προσπαθούν να βολέψουν τις ποθητές τους ψευδαισθήσεις και το χειρότερο θεωρούν όποιο διαφωνεί ως μη θέλοντα λύση, την όποια λύση.

Ορισμένοι κύκλοι στην Κύπρο, συνεπικουρούμενοι ενίοτε και από κάποιες ξένες πρεσβείες, καλλιέργησαν την εξωελληνική νοοτροπία ως σύνεση και φρονιμάδα. Αναλόγως και αντιστοίχως, επίσης στιγματίζονται οι όποιες διαφωνίες με άμεσο τρόπο ή με νεφελώδεις αναφορές, ως επικίνδυνα, εθνικιστικά και ακόμη φασιστικά φαινόμενα. Σε κάποια έντυπα, η εξωελληνική νοοτροπία έχει λάβει το χαρακτήρα επιδημίας και ιδιαίτερα σε κάποιες στήλες, που «ειδικεύονται» στην χυδαιοπραγία.

Για τις εν λόγω στήλες μόνο μία ορθή θέση υπάρχει: η δική τους. Οι άλλες είναι αθέμιτες, μη-σοβαρές, εκτός χώρου και χρόνου. Όσοι διαφωνούν με τον διεθνιστικό κοσμοπολιτισμό, που επί δυόμιση δεκαετίες επηρεάζει την πολιτική σκέψη στην Κύπρο και όσοι δεν είναι έτοιμοι να αποδεχθούν την ξένη σοφία ως βάση επιλογής ενός διχοτομικού σχεδίου επίλυσης του προβλήματος, είναι εθνικιστές και υπερπατριώτες.

Εάν δε κάποιος τολμήσει να μιλήσει για κρίσιμες ενδοελληνικές συγκλίσεις, όπως η πρόσφατη θέση του υπουργού εξωτερικών της Ελλάδας για το θέμα των εγγυήσεων, που αφορούν τα συμφέροντα επιβίωσης του Κυπριακού Ελληνισμού και που συγκλίνουν στην άποψη ότι το συμφέρον της ελληνικής πλευράς δεν είναι αναλώσιμο, τότε οι ειρωνείες, που υπηρετούν τα ντόπια και ξένα αλληλοδιαπλεκόμενα συμφέροντα, επιστρατεύονται για να δολοφονήσουν χαρακτήρες.

Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο οι επιλογές που έχει κάποιος είναι είτε συμφωνεί μαζί τους είτε εκτελείται. Πραγματικά αναρωτιέμαι πως μπορούν κάποιοι να εθελοτυφλούν μπροστά στην εξόφθαλμη εξάρτηση και υποταγή του κατοχικού ηγέτη Μουσταφά Ακιντζί ενώ ταυτοχρόνως διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους όταν ο υπουργός εξωτερικών της Ελλάδας μιλά για την αυτονόητη και πάγια θέση μας περί κατάργησης της Συνθήκης Εγγυήσεως.

Βεβαίως μας ανησυχεί το ενδεχόμενο τουρκοποίησης των κατεχομένων, αλλά περισσότερο μας ανησυχεί μία κακή λύση να μην τουρκοποιήσει και τις ελεύθερες περιοχές. Αν Τουρκία δεν βιάζεται για καλή λύση, δεν σημαίνει ότι εμείς θα βιαζόμαστε για κακή λύση, για λύση εθνικής αυτοκτονίας.

Θέλουμε λύση δίκαιη και βιώσιμη και ΟΧΙ την όποια λύση, την οποία να επιβάλλει ο ρεαλισμός των τουρκικών όπλων.

Θέλουμε λύση δίκαιη και βιώσιμη αλλά ΟΧΙ λύση που να δίδει ρόλο στην Τουρκία μετά τη λύση.

Θέλουμε δίκαιη και βιώσιμη λύση και ΟΧΙ λύση που αντί για επιστροφή στην κατεχόμενη γη μας θα δίδει την ευκαιρία σε λίγους να αποκτήσουν εξοχικά στο τουρκικό συνιστών κρατίδιο.

Τέλος, αν οι θιασώτες της όποιας λύσης δικαιούνται να έχουν τις όποιες απόψεις τότε γιατί οποιοσδήποτε άλλος δεν δικαιούται να έχει διαφορετική άποψη;

Εδώ και 43 χρόνια ακούμε τις πολιτικές ηγεσίες να επαναλαμβάνουν φορτικώς την τραγική ψευδαίσθηση ότι οι δικοινοτικές συνομιλίες είναι μονόδρομος για τη λύση του προβλήματος μας και να την εκλαμβάνουν ως πανάκεια στην πολιτική τους μυθολογία. Τα 43 χρόνια τακτικής αποτελούν επαρκές πλαίσιο επανεκτίμησης της πεμπτουσίας της στρατηγικής σκέψης και πρακτικής.

Στο πλαίσιο των δικοινοτικών συνομιλιών αυτή η θεωρητική διατύπωση αποτυπώνεται στο ερώτημα: «Τι πετύχαμε στα 43 χρόνια δικοινοτικών συνομιλιών;». Το μόνο που πετύχαμε είναι να γίνουμε οι σύγχρονοι εκφραστές του μύθου του Σισύφου.

Γιατί ποια αποτυχία μπορεί να είναι χειρότερη για μία πολιτική ηγεσία όταν αυτοπαγιδεύθηκε να επιτελεί εσαεί ένα τόσο ανέλπιδο και μάταιο έργο και να πιστεύει ταυτοχρόνως ότι βρίσκεται στη σωστή τροχιά και ότι κάποια μέρα θα υλοποιήσει τους στόχους της;

*Ο κ. Χρήστος Ιακώβου είναι Διευθυντής του Κυπριακού Κέντρου Μελετών