ΗΠΑ: Νέα πολεμική εμπλοκή; – Κλιμάκωση στην Αφρική

Εχθές Παρασκευή, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, Μπαράκ Ομπάμα, ανακοίνωσε ότι έδωσε εντολή για την ανάπτυξη στρατιωτικών συμβούλων στην Κεντρική Αφρική, προκειμένου να βοηθήσει τις χώρες της περιοχής, να καταπολεμήσουν την παραστρατιωτική οργάνωση «Στρατός Αντίστασης του Κυρίου».

Οι στρατιωτικοί σύμβουλοι θα προέρχονται από μονάδες ειδικών επιχειρήσεων, θα είναι εξοπλισμένοι και θα υποστηρίζονται από ομάδες πληροφοριών και διοικητικής μέριμνας. Στόχος τους δε θα είναι να εμπλακούν άμεσα, παρά μόνο σε περίπτωση που δεχθούν πυρά.

 

 

Ο Στρατός Αντίστασης του Κυρίου είναι δύναμη ανταρτών της Ουγκάντας, που συστήθηκε τη δεκαετία του ’80 και κατέληξε να είναι μια οργάνωση που προκαλεί τρόμο, καταστροφές και προβαίνει σε μαζικές δολοφονίες και βιασμούς. Ηγέτης της ομάδας είναι ο Τζόζεφ Κόνυ, ο οποίος θεωρεί τον εαυτό του προφήτη… και πολύ συχνά καταστρέφει ολόκληρα χωριά, σκοτώνοντας τους κατοίκους τους και διατηρώντας χαρέμι από ανήλικες νύφες. Μάλιστα, οι παραλογισμοί της οργάνωσης εξαπλώθηκαν στην Κεντρική Αφρικανική Δημοκρατία, το Κονγκό, του Νότιο Σουδάν και την Ουγκάντα.

 

 

Ο Μπ. Ομπάμα σε γραπτή δήλωσή του τόνισε ότι το ζήτημα άπτεται των συμφερόντων και της εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ και είναι μια απόφαση που καλωσορίστηκε από μέλη οργανώσεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ωστόσο, υπάρχει πάντα το ρίσκο, λόγω επιχειρησιακών συνθηκών, να πρέπει να αυξηθεί η αμερικανική παρουσία στην περιοχή, κλιμακώνοντας περαιτέρω την κρίση.

Γενικότερα, αμερικανική παρουσία στην αφρικανική ήπειρο υπάρχει εδώ και πολλά χρόνια. Λόγω του Πολέμου κατά της Τρομοκρατίας, στελέχη ειδικών επιχειρήσεων είχαν αφιχθεί και στην Αφρική για να αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο της τρομοκρατίας. Αυτός είναι κι ένας από τους λόγους της δημιουργίας της Διοίκησης Αφρικής των Αμερικανικών Ενόπλων Δυνάμεων. Ταυτόχρονα δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι οι ΗΠΑ προσφέρουν εξοπλισμό σε όλες τις χώρες της περιοχής, προκειμένου να αντιμετωπίσουν το φαινόμενο.

Το σίγουρο είναι ότι πρόκειται για μια ενδιαφέρουσα εξέλιξη, η οποία πιθανόν να σηματοδοτεί μια γενικότερη στροφή της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής σε άλλες εστίες έντασης και ιδιαίτερα σε μια ήπειρο που ο ανταγωνισμός των μεγάλων δυνάμεων είναι τεράστιος.